Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Για την (τέως) κατάληψη της Νομικής

Η κατάληψη του μη χρησιμοποιούμενου παλιού κτιρίου της Νομικής Αθηνών στην οδό Σόλωνος από μετανάστες ήταν το θέμα των προηγούμενων ημερών. Δεν ήθελα να γράψω γιαυτό, κυρίως επειδή τα περισσότερα που θα ήθελα να πω ειπώθηκαν από άλλους. Μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ από τον Αυγουστίνο Ζενάκο, εδώ από τον Κώστα Δουζίνα και εδώ από τον Βασίλη Σωτηρόπουλο.
Δυο- τρεις επισημάνσεις μόνο:
1. Είμαι αναφανδόν υπέρ των μεταναστών. Θεωρώ τα αιτήματά τους, μαξιμαλιστικά και ίσως κακοδιατυπωμένα μεν, ορθά και δίκαια στην ουσία τους δε.
2. Κράτος δικαίου παίδες δεν είναι να βγαίνει και να φωνάζει ο καθένας "να εφαρμοστεί ο νόμος" (ήτοι νόμος να' ναι κι ό,τι θέλει ας είναι). Κράτος δικαίου σημαίνει αυτό που λέει ο νόμος να είναι σαφές, σχετικά σταθερό, εφαρμόσιμο και προπάντων σύμφωνο με τα απαράγραπτα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες του πολίτη και του συνόλου.
3. Ο άκαιρος, άσφαιρος, στείρος πολιτικά και εντελώς ευκαιριακός κινηματισμός του κατά τα άλλα παντελώς διαχειριστικού (με την κακή έννοια) ΣΥΡΙΖΑ δεν υπηρετεί στην ουσία τους τα δίκαια των μεταναστών. Τους εντάσσει σε μια πολιτική τακτική (ούτε καν στρατηγική) και κυρίως τους αντικειμενοποιεί (πραγμοποιεί κατά τον György Lukács). Τους μετατρέπει από υποκείμενα της παραγωγής πολιτικής σε αντικείμενα της πολιτικής που παρήχθη σε μια σύσκεψη στην Κουμουνδούρου (sic).
4. Ο φτηνά πολιτικάντικος τρόπος με τον οποίο η νέα ΝΔ του κ. Σαμαρά άδραξε την ευκαιρία για να ανοίξει το θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου δείχνει τον τραγικό κατήφορο ανευθυνότητας και νεοσυντηρητικού λαϊκισμού (η εμμονή του Σαμαρά με το άσυλο θυμίζει την εμμονή των Μπους με τον Σαντάμ) στον οποίο έχει οδηγηθεί το πάλαι ποτέ κραταιό κεντροδεξιό κόμμα υπό την νέα του ηγεσία. Πρώτον, το πρόβλημα δεν είναι το πανεπιστημιακό άσυλο αλλά το άσυλο που δεν δίνουμε στους δικαιούχους (βλ. πρόσφατη καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο). Δεύτερον, τόσο σοβαρά ζητήματα δεν πρέπει να ανοίγονται ευκαιριακά σαν λαγοί απ' το καπέλο ούτε να αντιμετωπίζονται εν θερμώ και στην "τούρλα του Σαββάτου". Αντιθέτως, όπως σωστά επισημαίνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων (κι όμως! - αν και σε απαράδεκτα και κακοσυνταγμένα ελληνικά) "πρέπει να εκφράζουν την ξεκάθαρη βούληση του συνόλου του πολιτικού συστήματος (εγώ θα έλεγα της κοινωνίας) και η αντιμετώπισή τους να είναι απόρροια διαχρονικά μιας κοινωνικής-λαϊκής ζύμωσης και αποδοχής".
5. Προσοχή κύριοι και κυρίες θιασώτες του "φιλήσυχου" μοντέλου κοινωνικοποίησης. Η Τυνησία και η Αίγυπτος είναι δυο τσιγάρα δρόμος...

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Για τον Κώστα Γαβρά Vol. 3

3. Τρίτη περίοδος – «Ευρωπαϊκή» (2002- )

Amen. - Αμήν. (2002): Και εκεί που δεν το περιμένεις, στα 70 του ο Γαβράς σου βάζει τα γυαλιά. Είναι σαν να μας λέει «Δεν τέλειωσα ακόμα, ξέρω ακόμα να φτιάχνω αριστουργήματα!». Η ταινία είναι βασισμένη στο θεατρικό έργο Der Stellvertreter, Ein christliches Trauerspiel του Rolf Hochhuth, που αναφέρεται στην μετριοπάθεια που καταλήγει σε αδιαφορία της Καθολικής εκκλησίας για την γενοκτονία των Εβραίων. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Kurt Gerstein, υπαρκτό πρόσωπο, διακεκριμένος χημικός και αξιωματικός των Waffen SS, προμηθεύει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης με το φονικό αέριο Zychlon B, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει τα εγκλήματα, ενημερώνοντας τους Συμμάχους αλλά και τον Πάπα Πίο τον 12ο, ρισκάροντας την ασφάλεια του και αυτή της οικογένειας του. Τον βοηθά ο Ρικάρντο, ένας νεαρός Ιησουίτης καλόγερος, που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την προκλητική σιωπή των ανωτέρων του. Μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες, ο Ρικάρντο κατορθώνει να πλησιάσει τον Πάπα και να τον πληροφορήσει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία, διαπιστώνοντας τελικά ότι η κεφαλή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι ενήμερη για το επιτελούμενο δράμα αλλά δεν προτίθεται να το καταδικάσει. Χαρακτηριστική ατάκα του Ποντίφικα: “I know the sufferings of the World, Ricardo”. Το Amen. είναι μια ταινία - σταθμός. Εικαστικά είναι μια πανέμορφη δημιουργία, το σενάριο είναι συγκλονιστικό, τα καδραρίσματα και τα πλάνα του Γαβρά αναβλύζουν ακριβό γούστο και γνήσιο αίσθημα, οι ερμηνείες είναι φυσικές και ανατριχιαστικά πειστικές, το δε μήνυμα εκκωφαντικό: Η σιωπή είναι συνενοχή. Στο βαθμό που η εκκλησία (η όποια εκκλησία) εντάσσεται στο πλέγμα της εξουσίας, είναι εμπόδιο στην κοινωνική δικαιοσύνη και ευημερία. Οι γραφειοκρατίες και τα οικονομικά συμφέροντα έπαιξαν κεφαλαιώδη ρόλο στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο οι συλλογικές ενοχές της ανθρωπότητας εύκολα (και ανώδυνα) αποδίδουν στην παράνοια του Χίτλερ. Λες και αρκεί ένας τρελός για να αιματοκυλιστεί η ανθρωπότητα. Χαράζονται στη μνήμη: Η σκηνή όπου οι παρατρεχάμενοι του Πάπα συζητούν το θέμα με Αμερικανούς αντιπροσώπους, οι οποίοι τρομοκρατημένοι από την «κομμουνιστική απειλή» δεν τολμούσαν να στραφούν κατά των Γερμανών). Οι σκηνές με τα τρένα που πηγαίνουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γεμάτα και γυρνούν άδεια καθώς και τα βλέμματα του πρωταγωνιστή μέσα σε άδειους θαλάμους αερίων. Ο Γαβράς δεν μας δείχνει τον απαράμιλλο τρόμο, μας αφήνει να τον φανταστούμε. Το μεγάλο πολιτικό σινεμά δίνει το παρόν στον 21ο αιώνα.

Le Couperet - Το Τσεκούρι (2005): Ο Bruno εδώ και δυόμισι χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της ανεργίας, όταν η βιομηχανία επεξεργασίας χαρτιού της οποία ήταν στέλεχος αποφάσισε να μετακομίσει σε χώρα με φθηνότερα εργατικά χέρια και προχώρησε σε περικοπές. Με τα έξοδα να τρέχουν και τις ανάγκες διαρκώς να μεγαλώνουν, το άγχος για την εύρεση εργασίας σε κάποια εταιρία του χώρου που ειδικεύεται, έχει γίνει δυσβάσταχτο. Μέχρι την στιγμή που από το μέχρι τώρα φιλήσυχο μυαλό του περνά μια τρομερή ιδέα: Να εξοντώσει κάθε πιθανό αντίπαλο του, στο κυνήγι της καρέκλας, δημιουργώντας τέτοιες προϋποθέσεις ώστε να είναι αυτός ο μοναδικός σε όλη την χώρα που σύντομα θα κληθεί για να προσληφθεί. Ο Γαβράς διασκευάζει το The Ax του Donald Westlake διανθίζοντας την ταινία με εξωφρενικό χιούμορ. Το αποτέλεσμα είναι μια ειρωνική (αλλά όχι κυνική) ματιά στον εφιάλτη της ανεργίας, στο τέρας της ανταγωνιστικότητας και άλλες συναφείς ασθένειες της εποχής μας. Βαθιά πολιτικός και επίκαιρος όσο ποτέ, ο σκηνοθέτης κρατά την αγωνία μας μέχρι το τέλος (ωραίοι ρυθμοί και προσεγμένο σενάριο). Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την τραγικότητα του ήρωα (εκπληκτικός ο José Garcia), ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κάνει το σωστό αλλά δεν έχει άλλη επιλογή παρά να πάρει τον κακό το δρόμο!

Mon Colonel - Ο Συνταγματάρχης (2006): Το 1993 στο Παρίσι, ο ηλικιωμένος απόστρατος συνταγματάρχης Raoul Duplan, βρίσκεται δολοφονημένος στο διαμέρισμα του. Η αστυνομία της πόλης, βρίσκεται επί ποδός για να ανακαλύψει τα ίχνη του δολοφόνου, την στιγμή που στα κεντρικά φτάνει ένας ανώνυμος φάκελος που περιέχει το μήνυμα: «Ο Συνταγματάρχης πέθανε στο Saint-Arnaud» καθώς και την αλληλογραφία του νεκρού αξιωματικού, με τον υπολοχαγό Rossi, κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους, στον Γαλλο-Αλγερινό πόλεμο το 1957. Την υπόθεση της ανάγνωσης και της αποκρυπτογράφησης των γραπτών, μήπως εμφανιστεί κάποια επιπλέον πληροφορία που να αποκαλύπτει την ταυτότητα του φονιά, θα αναλάβει η έξυπνη, αλλά άπειρη, υπολοχαγός Galois. Σιγά- σιγά, αποκαλύπτεται το χρησιμοποιηθέν στην Αλγερία σύστημα «ειδικών εξουσιών» του στρατού και θεσμοθετημένων βασανιστηρίων που μετέτρεψε τον νεαρό Rossi σε δήμιο υπό τις οδηγίες του Duplan. Αυτή η ταινία είναι και δεν είναι του Γαβρά. Στα credits αναφέρεται ως συμπαραγωγός (μαζί με τους αδελφούς Dardenne) και ως συν-σεναριογράφος (μαζί με τον Jean-Claude Grumberg), ενώ σκηνοθέτης είναι ο Laurent Herbiet. Εν τούτοις, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο κριτικός Γιώργος Ζερβόπουλος, βλέποντας την ταινία καταλαβαίνει κανείς ότι ο Γαβράς κρατά την δημιουργική καθοδήγηση, αφήνοντας περισσότερο για τα credits να αναγραφεί το όνομα του Herbiet. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι υπόθεση. Το μόνο που μπορούμε να πιστώσουμε στον Γαβρά (επισήμως) είναι το πολύ καλό σενάριο που «δένει» αρτιότατα το χθες με το σήμερα, κρατώντας την ιστορία εξελισσόμενη παράλληλα σε δύο χρόνους και τόπους. Πολύ καλός ο Olivier Gourmet στον κύριο ρόλο.

Eden à l'Ouest - Παράδεισος στη Δύση (2009): Η τελευταία (μέχρι σήμερα) ταινία του Γαβρά παρουσιάζει την ιστορία ενός νέου μετανάστη που ξεκινά από την Ελλάδα για να διασχίσει τη Μεσόγειο και να φτάσει στο Παρίσι. Φρεσκάδα και ηρεμία στα πλάνα, κωμικές πινελιές, ρεαλισμός και καυστικότητα στο τελευταίο πόνημα του μεγάλου σκηνοθέτη. Η ματαιοδοξία των δυτικών κοινωνιών, η απάθεια του καλοβολεμένου Δυτικού, η ιλαροτραγική εφαρμογή των θεσμών για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι θέματα που καταλαμβάνουν τη δική τους θέση στο πολυσυλλεκτικό, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο σενάριο. Η εθνικότητα του κεντρικού ήρωα δεν γνωστοποιείται, αφού η ιστορία είναι κοινή για όλους τους μετανάστες (μάλιστα ο ήρωας είναι ένας γοητευτικότατος μεσογειακός τύπος – ούτε μελαμψός ούτε τίποτα – κι όμως ο ρατσισμός δεν αλλάζει). Ο ήρωας ανέχεται τη θάλασσα, το κρύο την πείνα, τους κακοποιούς που συναντά, τους μπάτσους, τους ρατσιστές, τους άλλους μετανάστες που του κλέβουν τα ρούχα του. Μόνη παρηγοριά του είναι το όνειρό του Παρισιού και η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης, που τον βοηθά να ανακαλύπτει το καλό εντός του κακού και αντίστροφα. Μια βαθιά ανθρώπινη και συγκινητική ταινία, που επεξεργάζεται εύστοχα και κριτικά το πολύπλοκο θέμα της μετανάστευσης. Μια προφητική δημιουργία του Γαβρά, εν όψει και της ελεεινής πολιτικής που ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ στο μεταναστευτικό. Υψηλής αισθητικής το εικαστικό κομμάτι και ένα αξιοπρεπές ικανότατο καστ. Το’ χει ακόμη ο παππούς! (Υ.Γ. Όποιος δεν "διαβάσει" τις αναφορές στην Οδύσσεια του Ομήρου μάλλον δεν πρόσεχε στο σχολείο...)

Συμπέρασμα: Ο Κώστας Γαβράς είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης, ένας βαθύτατα φιλοσοφημένος δημιουργός, ένας έξοχος σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ένας πολιτικός ακτιβιστής, ένας οραματιστής που δικαιούται τον τίτλο του auteur. Μας έχει δώσει αριστουργήματα, έχει σημαδέψει το πολιτικό σινεμά όσο λίγοι, μας προσφέρει ταινίες-σχόλια πάνω σε φλέγοντα και συνάμα διαχρονικά ζητήματα. Είναι προκλητικός, αμφιλεγόμενος και πεισματάρης, έχει εμμονές και «κολλήματα», μπορείς να συζητάς τις ταινίες του για ώρες. Μ’ άλλα λόγια έχει όλα τα χαρακτηριστικά του «πραγματικά μεγάλου».

Αν πρέπει κι εγώ να πέσω στην παγίδα των συγκρίσεων, συνδυάζοντας το υψηλό κοινωνικό και καλλιτεχνικό αισθητήριο του Ken Loach, το θράσος και την τεχνική αρτιότητα του Oliver Stone, την ειρωνεία του Michael Haneke και το χιούμορ των αδελφών Cohen φτιάχνεις … τον Κώστα Γαβρά.

Για τον Κώστα Γαβρά Vol. 2

2. Δεύτερη περίοδος – «Αμερικανική» (1982-1997)

Missing - Ο αγνοούμενος (1982): Η αληθινή ιστορία του Αμερικανού δημοσιογράφου Charles Horman, ο οποίος εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του Pinochet κατά του Allende στη Χιλή το 1973. Η ταινία εστιάζει στις προσπάθειες του πατέρα (Jack Lemmon) και της συζύγου (Sissy Spacek) του ήρωα να μάθουν την τύχη του. Οι αμερικανικές αρχές δεν τους βοηθούν καθώς το πραξικόπημα Pinochet είναι αμερικανοκίνητο και φοβούνται περαιτέρω αποκαλύψεις. Είναι η δεύτερη φορά (μετά το État de Siège) που ο Γαβράς ασχολείται με την πολιτική των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική. Η ταινία είναι η πρώτη συνάντηση του σκηνοθέτη με το Hollywood και η μεγαλύτερη επιτυχία του στην Αμερική. Ένα από τα καλύτερα πολιτικά θρίλερ όλων των εποχών, το φιλμ σημειώνει μια στροφή στην οπτική του Γαβρά: Εστιάζει περισσότερο στην ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας και χαλαρώνει τον «διδακτικό» τόνο παλιότερων ταινιών του. Το μοντάζ, οι ερμηνείες και η μουσική (Vangelis - την ίδια χρονιά με Blade Runner, οπότε μάλλον ήταν η χρονιά του) είναι αριστουργηματικά. Ο εσωτερικός ρυθμός της ταινίας αψεγάδιαστος, σεκάνς που πρέπει να διδάσκονται σε σχολές σκηνοθεσίας, το δε σενάριο αριστοτεχνικά δομημένο. Αριστούργημα!

Hanna K. (1983): Ο Γαβράς γυρίζει την πρώτη και μοναδική (απ' όσο ξέρω) φιλο-παλαιστινιακή ταινία του Hollywood, και εξ αυτού του λόγου ιστορική. Η Hannah Kaufman είναι παιδί επιζώντων του Ολοκαυτώματος, Αμερικανο-Εβραία που ζει στο Ισραήλ. Είναι δικηγόρος και της ανατίθεται από το δικαστήριο η υπεράσπιση ενός Παλαιστίνιου που κατηγορείται για τρομοκρατία. Αυτός ισχυρίζεται ότι απλά διεκδικούσε το σπίτι του. Ο Παλαιστίνιος γλυτώνει από τη φυλακή αλλά εξορίζεται στην Ιορδανία. Επιστρέφει παράνομα και ξαναφυλακίζεται ως λαθρομετανάστης. Η Hannah ερευνά την ιστορία του και διαπιστώνει ότι το χωριό του ισοπεδώθηκε από τον στρατό του Ισραήλ και εποικίστηκε από Ρωσο-Εβραίους. Ο εισαγγελέας (που εν τω μεταξύ την έχει γκαστρώσει) της δίνει το μήνυμα: Το Ισραήλ πρέπει να «υπερασπιστεί τον εαυτό του» ακόμη κι αν αυτό σημαίνει παραβίαση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων. Η ταινία πολεμήθηκε φοβερά στην Αμερική ενώ δεν επιτράπηκε να προβληθεί στο Ισραήλ. Η διεθνής εβραϊκή οργάνωση B'nai B'rith International συνέταξε και απέστειλε στις τοπικές εβραϊκές κοινότητες ένα σημείωμα με επιχειρήματα κατά του φιλμ. Παρ' όλα αυτά ο Γαβράς είναι αντικειμενικός, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του θέματος και δεν γίνεται μελό. Στο ρόλο του εισαγγελέα ο αγαπημένος μου Gabriel Byrne (θα τον θυμάστε ως έναν από τους Usual Suspects, παπά στο Stigmata και διάβολο στο End of Days με τον Schwarzenegger - τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει!).

Betrayed - Το στίγμα της προδοσίας (1988): Όταν ένας Εβραίος ραδιοφωνικός παρουσιαστής δολοφονείται βάναυσα στο Σικάγο, το FBI ξεκινά έρευνες. Οι κύριοι ύποπτοι είναι μια ομάδα φανατικών που πιστεύουν στην ανωτερότητα της λευκής φυλής. Το FBI στέλνει μια πράκτορα με στόχο να διεισδύσει στην κοινότητα τους και να αποκαλύψει την αλήθεια για την ανάμιξη τους. Όμως η πράκτορας συμβιβάζει την αντικειμενικότητα της όταν ερωτεύεται έναν από τους βασικούς υπόπτους και αρνείται να δεχθεί ότι θα μπορούσε να είναι ένοχος για ένα τέτοιο απεχθές έγκλημα. Ο σεναριογράφος Joe Eszterhas (Flashdance, Basic Instict, Sliver) εμπνεύστηκε την ταινία από την αληθινή ιστορία της δολοφονίας του Alan Berg το 1984 (πάνω στο ίδιο θέμα ο Oliver Stone γύρισε την ίδια χρονιά το Talk Radio, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο - κλασικό παράδειγμα του «πώς να μην μεταφέρεται ένα θεατρικό στη μεγάλη οθόνη»). Ένα από τα πιο δυνατά και φιλοσοφημένα πολιτικά φιλμ του Γαβρά, το Betrayed εξετάζει την «βαθιά» Αμερική και μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από τη ρήση του Nietzsche «Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας. Κι όταν κοιτάς πολλή ώρα μέσα σε μια άβυσσο, κοιτάει και η άβυσσος μέσα σε σένα». Η σκηνή του κυνηγιού (ο πρωταγωνιστής καλεί την πρωταγωνίστρια για κυνήγι με τους φίλους του - εκεί αυτή ανακαλύπτει ότι το θήραμα είναι ένας κακόμοιρος μαύρος) είναι μια γροθιά στο στομάχι από την οποία αργείς να συνέλθεις. Το καστ περιλαμβάνει την εντελώς εκπληκτική στο ρόλο της Debra Winger (τη θυμάστε ως κόρη της Shirley MacLaine στο Terms of Endearment, παρτενέρ του Richard Gere στο An Officer and a Gentleman, συμπρωταγωνίστρια του John Malkovich στο The Sheltering Sky του Bertolucci, και πιο πρόσφατα ως μαμά της Anne Hathaway στο Rachel Getting Married), τον Tom Berenger στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, έναν πειστικότατο John Heard (ο μπαμπάς του Macaulay Culkin στο Home Alone και πιο πρόσφατα ο μπαμπάς της Sara στο Prison Break, αλλά εγώ τον θυμάμαι ως εραστή της Nastassjia Kinski στο Cat People του Paul Schrader) και τέλος τον εξαιρετικό John Mahoney (ο μπαμπάς του Frasier στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά).

Music Box - Το μουσικό κουτί (1989): Η Ann Talbot είναι μια επιτυχημένη δικηγόρος που υπερασπίζεται τον Ούγγρο πατέρα της (και ίνδαλμα-παππού του γιου της), ο οποίος κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου στην πατρίδα του. Κι ενώ η δίκη προχωράει καλά και η Ann φαίνεται να καταρρίπτει όλες τις κατηγορίες του εισαγγελέα, σύντομα θα ανακαλύψει διάφορα μυστικά για τον πατέρα της. Βασισμένο στην αληθινή ιστορία του John Demjanjuk (αν και με πολλές διαφορές και προσθήκες από τον σεναριογράφο Joe Eszterhas), το συγκινητικό Music Box είναι ένα παράδειγμα έξοχου δικαστικού δράματος (court-room drama). Η αγωνία του θεατή είναι διπλή: Είναι ή δεν είναι ο μπαμπάς της Ann είναι ένοχος; Κι αν είναι, η Ann θα διαλέξει την ηθική της ακεραιότητα ή την στήριξη στην οικογένεια;. Το δε πολιτικό μήνυμα εστιάζεται κυρίως στον χαρακτήρα του πεθερού της Ann, ενός Αμερικανού αντισημίτη. Σε μια μοναδική σκηνή ανθολογίας, στα μάτια της Ann ο Δούναβης βάφεται κόκκινος. Η Jessica Lange είναι πραγματικά συγκλονιστική. Στο ρόλο του πατέρα της ο λατρεμένος μου Armin Mueller-Stahl ( πρωταγωνιστής στην Lola του Fassbinder, μπαμπάς του Geoffrey Rush στο Shine και εκπληκτικός ως Thomas Mann στην γερμανική ταινία Die Manns).

Mad City (1997): Ο δημοσιογράφος Max Brackett επισκέπτεται το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για να καλύψει ένα θέμα και γίνεται μάρτυρας ενός καυγά : ο διευθυντής του Μουσείου αρνείται να μιλήσει με τον Sam Baily, πρώην φύλακα που απολύθηκε λόγω περικοπών. Ο Sam θα κρατήσει τους μαθητές μιας σχολικής τάξης ως ομήρους και θα χρησιμοποιήσει το Max ως μοναδικό του σύνδεσμο με τον έξω κόσμο. Ο Max από την πλευρά του θεωρεί ότι βρήκε την ευκαιρία να αναστήσει την καριέρα του. Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «τραγική κωμωδία». Με ωραίες σκηνοθετικές εμπνεύσεις (π.χ. οι χαρακτήρες μπερδεύουν τα λόγια τους από την αϋπνία με αποτέλεσμα ... «χαλασμένο τηλέφωνο» ή οι δημοσιογράφοι στημένοι έξω από το μουσείο, σαν τίγρεις μέσα στις καλαμιές που περιμένουν το θήραμα, εφορμούν ομαδικά μόλις υπάρξει εξέλιξη στην υπόθεση). Το μήνυμα του Γαβρά (το άκρατο κυνήγι της θεαματικότητας δεν θα μας βγει σε καλό) και το σχόλιο του για τις μεθόδους του τύπου είναι δυνατό και σαφές. Ο John Travolta στο ρόλο του κακομοίρη Sam είναι (περιέργως) πολύ καλός. Ο Dustin Hofmann είναι, όπως πάντα, μοναδικός και φτιάχνει έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα: Δεν είναι απλά ο κακός και άπληστος δημοσιογράφος, αλλά έχει και ανθρώπινη πλευρά, νοιάζεται (κατά στιγμές) γι' αυτούς που αφορά το ρεπορτάζ του. Η πιο «χολιγουντιανή» ταινία του Γαβρά σαφώς δεν ανακαλύπτει τον τροχό (πρβλ. Dog Day Afternoon, Network, Natural Born Killers) αλλά είναι αρκετά καλή.

Για τον Κώστα Γαβρά Vol. 1

Οι κοινωνίες είναι γαλουχημένες ώστε να έχουν μια μανία με τις κατατάξεις. Και αναγάγουν τις συγκρίσεις σε κορυφαίο κανόνα αξιολόγησης. Η συγκριτική μέθοδος έχει τα οφέλη της αλλά είναι πολλές φορές καταστρεπτική σε ό,τι αφορά την τέχνη. Είναι αστείο να κρίνουμε έναν καλλιτέχνη όχι για το έργο του καθαυτό αλλά συγκρίνοντας τον με άλλους. Κι όμως μονίμως οι άνθρωποι φαίνονται να ασχολούνται με το ποιος είναι «ο καλύτερος» σε κάτι. Έτσι, για παράδειγμα, εάν κάποιος αναφέρει το θαυμασμό του για τον George Bizet είναι πιθανόν να εισπράξει την (παντελώς εκτός θέματος) απάντηση «ο Mozart είναι ο καλύτερος κλασικός συνθέτης». Κι όμως η συζήτηση θα έπρεπε να είναι για την αξία του Bizet κι όχι για την αξιολόγηση του σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον. Παρενθετικά να δηλώσω ότι, αναγνωρίζω μεν τη μεγαλοφυΐα του Mozart, αλλά προτιμώ την γήινη παθιασμένη αμεσότητα και τον αγνό φολκλορικό λυρισμό του Γάλλου από τις δαιδαλώδεις βαρυφορτωμένες φιοριτούρες και την επιδειξιομανή περικοκλάδα συνθετικών virtuosité του Αυστριακού.

Για να επανέλθω στο θέμα μου, είχα μια παρόμοια εμπειρία όταν δήλωσα σε έναν φίλο ότι ο αγαπημένος μου Έλληνας σκηνοθέτης είναι ο Κώστας Γαβράς, Η απάντηση που έλαβα; «Ο καλύτερος αντικειμενικά είναι ο Αγγελόπουλος». Άλλ' αντ' άλλα, κουτρουβάλα, της Παρασκευής το γάλα. Γιατί πρέπει να βάλουμε τους σκηνοθέτες σε «αντικειμενική» αξιολογική σειρά και δεν αρκεί η υποκειμενική γνώμη καθενός; Και ποιος άραγε θα καθορίσει την «αντικειμενική» σειρά και με ποια κριτήρια; Οι επαΐοντες του κλάδου ή το κοινό; Με βάση τεχνικά κριτήρια, με βάση την αριθμητική των βραβείων ή με όρους μαζικής αποδοχής, καλλιτεχνικής επιρροής κ.ά.;

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος τις συγκρίσεις, ας μιλήσουμε για τον Κώστα Γαβρά. Ένας προικισμένος δημιουργός, ένας μεγάλος κινηματογραφιστής. Αν είσαι οπαδός των βραβείων: Για το Ζ (1969) βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Για το Section spéciale (1974) βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών. Για το Missing (1982) Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών και Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου. Για το Music Box (1989) Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Ακόμη σημαντικότερο: Ο Γαβράς, αντιμετωπίζοντας την τέχνη του ως καθαρόαιμο φορέα των ιδεών του, δημιούργησε σχολή σ' αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν political thriller, σ' αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν cinéma populaire de gauche.

Το έργο του Γαβρά (όσο έχω δει - μου λείπουν 2-3 ταινίες) χωρίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Πρώτη περίοδος – «Γαλλική» (1969-1975)

Ζ (1969): Το χρονικό της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη και της συνακόλουθης έρευνας του τότε ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού. Αριστούργημα. Σασπένς, δράση, συναίσθημα, αλήθειες που πονάνε. Ρυθμός που τσακίζει, ανεπανάληπτες σεκάνς, βιτριολικό χιούμορ. Η μισή ταινία είναι στις λεπτομέρειες, που λειτουργούν ως τραγικές ή κωμικές πινελιές σ' έναν αριστοτεχνικό πίνακα (βέβαια για να λειτουργήσουν χρειάζεται να γνωρίζει ο θεατής ότι η ταινία γυρίστηκε επί δικτατορίας καθώς και τι σήμαινε η δικτατορία για την Ελλάδα πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά κλπ). Στο καφενείο ο ένας εκ των παρακρατικών δολοφόνων λέει σ' έναν γνωστό του τον καημό του για την πρόθεσή του να σκοτώσει τον Λαμπράκη. Το ραδιόφωνο του καφενείου παίζει το γνωστό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη «Το παλικάρι έχει καημό» ερμηνευμένο από τη Μαρία Φαραντούρη. Σε άλλο σημείο, μια φωτογραφία του Θεοδωράκη να διευθύνει ορχήστρα παρεμβάλλεται σε (φαινομενικά) άσχετη στιγμή. Ή αλλού, την ώρα που ο Λαμπράκης ετοιμάζεται πριν βγει να μιλήσει στην εκδήλωση (χωρίς να ξέρει ότι θα είναι η τελευταία της ζωής του), στο δωμάτιο όπου βρίσκεται μόνος του δεσπόζει μια τεράστια φωτογραφία του Νίκου Μπελογιάννη. Ή αλλού, το ομοφυλοφιλικό παιχνίδι μεταξύ του έτερου παρακρατικού δολοφόνου και ενός δημοσιογράφου. Επίσης, η κραυγή του αρχηγού της αστυνομίας «ο Dreyfus δεν ήταν αθώος!!». Και πολλά άλλα. «Ζει»!!!

L'aveu - Η ομολογία (1970): Η ιστορία ενός στελέχους του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας που κατηγορείται ότι είχε υιοθετήσει τη γραμμή Τίτο (βασισμένη στα πραγματικά περιστατικά της ζωής του Τσεχοσλοβάκου κομμουνιστή Artur London). Σε μια φιλοσοφική παραβολή που θυμίζει το Le Zéro et l'Infini Darkness at Noon) του Arthur Koestler, ο Γαβράς στήνει ένα έξοχο σχόλιο για τα εκφυλισμένα καθεστώτα του ψευδεπίγραφου «υπαρκτού σοσιαλισμού» που δυσφήμησαν τις ευγενείς κομμουνιστικές ιδέες σε Ανατολή και Δύση. Ο ήρωας «ομολογεί» τα εγκλήματα του κατά του Λαού και του Κόμματος (στο γνωστό σταλινικό μοτίβο των δικών-παρωδία) αφού έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου και βασανιστήρια. Η σκηνή με τα γέλια στο δικαστήριο είναι μνημειώδης και θυμίζει το γνωστό «δεν υπάρχει κηδεία χωρίς γέλιο». Ταυτόχρονα αναδεικνύει το γεγονός ότι οι δίκες αυτές ήταν παρωδία για όλους τους συμμετέχοντες: κατηγορούμενους, κατήγορους και κοινό. Οι μόνοι που δεν γελούν είναι οι βαθιά φανατισμένοι ή οι βλάκες. Η μετά από χρόνια συνάντηση του (ελεύθερου πια) ήρωα με τον βασανιστή του είναι απλά συγκλονιστική. Οι σιωπές της ταινίας είναι εκκωφαντικές.

État de Siège - Κατάσταση Πολιορκίας (1972): Βασισμένη στην αληθινή ιστορία της απαγωγής και δολοφονίας του Dan Mitrione, η ταινία αφηγείται το χρονικό της απαγωγής και δολοφονίας ενός Αμερικανού από τους αντάρτες Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη του 1970. Ο Αμερικανός είναι απεσταλμένος της CIA στην Ουρουγουάη, όπου εκπαιδεύει την τοπική αστυνομία σε μεθόδους βασανιστηρίων εις βάρος των αντιφρονούντων. Σχολιάζοντας την αμερικανική πολιτική στην Λατινική Αμερική και υιοθετώντας μια ανεπαίσθητη συμπάθεια προς τους Τουπαμάρος, ο Γαβράς δεν αποφεύγει τα δύσκολα ερωτήματα; Είναι η βία αποδεκτή πολιτική πρακτική και πότε; Υπάρχει επαναστατική βία; Υπάρχει βία αυτοάμυνας και είναι αποδεκτή; Ζητήματα που για την Αριστερά δεν έχουν κλείσει ακόμη. Είναι σημαντικό, βέβαια, για τον θεατή να διαχωρίσει μεταξύ βίας κινημάτων (Τουπαμάρος, Σαντινίστας, Ζαπατίστας) και βίας τρομοκρατικών οργανώσεων (Ερυθρές Ταξιαρχίες, RAF, 17 Νοέμβρη). Ο Γαβράς πάντως με ιδιοφυείς σκηνοθετικές εμπνεύσεις στήνει ένα πολιτικό θρίλερ που καθηλώνει. Το χιούμορ του είναι πάντα δυναμικά παρόν και οι σκηνές ανθολογίας πλούσιες: Η σκηνή όπου οι κυρίες - σύζυγοι των Αμερικανών απεσταλμένων στην Ουρουγουάη ενημερώνονται για το πού πάνε, τι θα βρουν εκεί, και πώς πρέπει να φέρονται. Οι σκηνές της κλοπής των αυτοκινήτων που θα χρησιμοποιηθούν στην απαγωγή - ιδίως αυτή με την πλούσια κυρία στην παραγκούπολη και αυτή με τον ταξιτζή. Η ξεκαρδιστική σκηνή με τους αστυνομικούς που "κυνηγάνε" μέσα στο campus του πανεπιστημίου τα μεγάφωνα που μεταδίδουν το τραγούδι Hasta Siempre (Commandante Che Guevara) - μόλις σπάνε ένα αρχίζει να μεταδίδει τη μουσική ένα άλλο. Η σκηνή στο λεωφορείο όπου ένα-ένα τα μέλη των Τουπαμάρος επιβιβάζονται, λένε στον αρχηγό τη γνώμη τους (εάν είναι υπέρ ή κατά της εκτέλεσης) και αποβιβάζονται, για να ανέβει άλλο μέλος στην επόμενη στάση. Συνολικά: Αριστούργημα!

Section spéciale - Ειδικό δικαστήριο (1974): Στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Γαλλία ένας αξιωματικός του χιτλερικού ναυτικού σκοτώνεται στο Παρίσι από αριστερούς αντιστασιακούς. Η προδοτική κυβέρνηση του Vichy (τύπου Τσολάκογλου) θέλει να κατευνάσει τους Γερμανούς και αποφασίζει να εκδώσει έναν νόμο με αναδρομική ισχύ (αφού στο ποινικό δίκαιο ο δράστης τιμωρείται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης), σύμφωνα με τον οποίο συστήνεται Ειδικό Δικαστήριο για να δικάσει τους αυτουργούς του εγκλήματος εκδίδοντας αμετάκλητη απόφαση. Εννοείται ότι οι (έξι τελικά) κατηγορούμενοι είναι από τις τάξεις των χειρότερων εχθρών των Γερμανών: κομμουνιστές και Εβραίοι. Σ' αυτήν την εκπληκτική δημιουργία (βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα), ο Γαβράς ασχολείται και πάλι με το αγαπημένο του θέμα: τη σχέση πολιτικής και δικαιοσύνης (βλ. Ζ, L'aveu). Πρόκειται για σημαντική ταινία φιλοσοφίας του δικαίου (που θα έλεγε κι ο φίλος Βασίλης) με σαφή αναφορά στο γεγονός ότι οι νόμοι δεν είναι ηθικά ούτε πολιτικά ουδέτεροι αλλά εξυπηρετούν την καθεστηκυία τάξη. Ταυτόχρονα σχολιάζεται η ύπαρξη και λειτουργία κυβερνήσεων-δοσίλογων, η λατρεία των ηγετών (ο αποθεωμένος στρατάρχης Pétain δεν εμφανίζεται ποτέ - ακούμε τη φωνή του, βλέπουμε τα χέρια του με τα ωραία μανικετόκουμπα αλλά ποτέ τον ίδιο), η διάθεση των δικαστών να ευθυγραμμίζονται με τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Τσαγκαροδευτέρα

Διαβάζουμε σε άρθρο του in.gr ότι ο εξόριστος πρώην δικτάτορας της Αϊτής Jean-Claude Duvalier γνωστός και με το ψευδώνυμο Bébé Doc επέστρεψε αιφνιδιαστικά στην πατρίδα του την Κυριακή, για πρώτη φορά από το 1986 για να βοηθήσει (όπως δήλωσε) τους Αϊτινούς μετά τον καταστροφικό σεισμό της περασμένης χρονιάς. Ο Bébé Doc κυβέρνησε την Αϊτή από το θάνατο του δικτάτορα πατέρα του το 1971 μέχρι το 1986, οπότε και ανατράπηκε από τον στρατό εν μέσω κοινωνικής αναταραχής λόγω της φτώχειας (επί των ημερών του η Αϊτή έγινε η φτωχότερη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου) και της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η επιστροφή του πρώην δικτάτορα γίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, ένα χρόνο μετά το σεισμό των 7 Ρίχτερ που άφησε πίσω του 250.000 νεκρούς και πάνω από 1,5 εκατομμύρια άστεγους. Η επιδημία της χολέρας που έχει ξεσπάσει από τον Οκτώβριο στην Αϊτή έχει προκαλέσει (μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου) το θάνατο σε 2.901 πολίτες και 134.678 περιπτώσεις μόλυνσης από τη νόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Πάνω από 1 εκατομμύριο άστεγοι μένουν ακόμα σε αυτοσχέδια καταλύματα και σε εκατοντάδες καταυλισμούς. Δεν έχει καθαριστεί ακόμη ούτε το 5% από τα ερείπια και χτίστηκε μόνο το 15% των αναγκαίων προσωρινών κατοικιών. Στην Αϊτή δεν έφτασε ούτε το 10% των 9 δις δολαρίων που υποσχέθηκαν ξένοι δωρητές.
Ταυτόχρονα επικρατεί πολιτική αστάθεια και κοινωνική αναταραχή μετά τις αμφιλεγόμενες προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Υπήρξαν κατηγορίες για νοθεία και εκφοβισμό στα εκλογικά τμήματα κι η ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων προκάλεσε επεισόδια. Ενώ οι στρατιώτες του ΟΗΕ που βρίσκονται στη χώρα από το 2004 (όταν ανατράπηκε, με αμερικανική παρέμβαση, ο Πρόεδρος Jean-Bertrand Aristide) δέχτηκαν επιθέσεις από ορδές εξαγριωμένων πολιτών στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου, με ενδιαφέρον αναμένονται τα αποτελέσματα του σημερινού (16/01/11) β' γύρου των εκλογών ανάμεσα στον κυβερνητικό Jude Celestin και την αντιπολιτευόμενη Mirlande Manigat.
Η επιστροφή του πρώην δικτάτορα που ήρθε να αναμοχλεύσει τα πολιτικά πάθη και να εκμεταλλευθεί τυχόν αναταραχή μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του β' γύρου, μας θυμίζει ότι σε ακραίες στιγμές ωφελούνται τα άκρα και ότι είναι πολύ επικίνδυνο να παίζεις με τη φωτιά (όπως ο κ. Παπουτσής με την υποδαύλιση του ακραίου εθνικισμού). Επίσης, μας προειδοποιεί να μην μένουμε απαθείς όταν κάποιοι εντελώς αβασάνιστα και χωρίς, ίσως, να συνειδητοποιούν τι λένε, αποφαίνονται ότι "Ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται" ή ότι "η πολλή ελευθερία βλάπτει".

And now for something completely different: Ο Ιταλός πρωθυπουργός Silvio Berlusconi ομολόγησε στους συμπατριώτες του ότι διατηρεί μόνιμη σχέση μετά το χωρισμό του από την πρώην του σύζυγο. Όπως διαβάζουμε, η εξομολόγηση του Berlusconi γίνεται τη στιγμή που η Εισαγγελία του Μιλάνου τον καλεί σε κατάθεση για την υπόθεση της Μαροκινής εξωτικής χορεύτριας Karima el-Mahroug (με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ruby Rubacuori, ελληνιστί "η ρουμπινί καρδιο-κλέφτρα") με τις κατηγορίες της εξώθησης ανηλίκων σε πορνεία και κατάχρησης εξουσίας.
Είναι τραγικό ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο που επί των ημερών του: η Ιταλία εντάχθηκε στον συνασπισμό των προθύμων στηρίζοντας την εκστρατεία Bush στο Ιράκ, οι ανισότητες μεταξύ πλούσιου ιταλικού Βορρά και φτωχού Νότου εντάθηκαν, η Ιταλία χαρακτηρίστηκε η πιο διεφθαρμένη δυτικοευρωπαϊκή χώρα για το 2010 με βάση τον Δείκτη Διαφθοράς της Διεθνούς Αμνηστίας (η Ελλάδα κατατάσσεται στις ανατολικοευρωπαϊκές), η Μαφία ελέγχει άμεσα το 14,6% του ΑΕΠ της χώρας και ασκεί άμεση ή έμμεση εξουσία σε πάνω από 13.000.000 Ιταλούς. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος αν χάσει την εξουσία θα την χάσει λόγω βίζιτας κι όχι λόγω κοινωνικής αντίδρασης ή πολιτικών διεργασιών. Τελικά ο Economist έχει δίκιο: ο πραγματικός μεγάλος ασθενής της Ευρώπης είναι η Ιταλία. Το όνειρο του Machiavelli δεν έγινε πραγματικότητα. Η Ιταλία δεν μπόρεσε να γίνει κράτος, ούτε έθνος. Οι Ιταλοί δεν έχουν ιστορική μνήμη, δεν επιδεικνύουν δημοκρατικά αντανακλαστικά, δεν χαμπαριάζουν από προβλήματα και δεν εννοούν να πάρουν τίποτα στα σοβαρά. Una faccia, una razza...

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Για τα διόδια

Με αφορμή το κίνημα «Δεν πληρώνουμε διόδια» άρχισα να σκέφτομαι το θέμα της πολιτικής ανυπακοής.

Το Resistance to Civil Government or Civil Disobedience του Henry David Thoreau και τα διδάγματα του Mohandas Ghandi συνιστούν τους βασικούς φιλοσοφικούς πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η ιδέα της «πολιτικής ανυπακοής», δηλ. η άρνηση ενός ή περισσότερων ατόμων απέναντι στην τήρηση ορισμένων – κατά τη γνώμη τους άδικων ή λανθασμένων - νόμων, απαιτήσεων και εντολών της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς συνήθως να καταφεύγουν στη φυσική βία.

Υπάρχει πλειάδα περιπτώσεων στην ιστορία όπου η πολιτική ανυπακοή, ενώ αρχικά κατηγορήθηκε από την κυβέρνηση κατά της οποίας στρεφόταν ως «τρομοκρατική πράξη» ή «αναρχία», εν τούτοις εκ των υστέρων θεωρήθηκε ηρωική στάση υπεύθυνων και ενσυνείδητων πολιτών, νομιμοποιήθηκε δε κοινωνικά ως αποδεκτή, ακόμη και θαυμαστή, πρακτική.

Χαρακτηριστικότερα σχετικά πρόσφατα παραδείγματα: η μη βίαιη «παθητική» αντίσταση των Ινδών με ηγέτη τον Ghandi κατά του αποικιοκρατικού Ηνωμένου Βασιλείου την δεκαετία του 1930, η βελούδινη επανάσταση στην Τσεχοσλοβακία που οδήγησε στην κατάρρευση του ψευδο-κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, η μεταπολεμική αντίσταση των Νοτιοαφρικανών κατά του καθεστώτος apartheid με σύμβολό της τον Nelson Mandela, κλπ.

Στα καθ’ ημάς, το πρώτο ελληνικό σύμβολο της πολιτικής ανυπακοής είναι σαφώς η Αντιγόνη, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. «οὐδὲ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ κηρύγμαθ᾽, ὥστ᾽ ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα δύνασθαι θνητὸν ὄνθ᾽ ὑπερδραμεῖν» λέει η Αντιγόνη στον Κρέοντα (στίχοι 453-455), το οποίο μεταφράζεται «ούτε και νόμιζα ποτέ πως έχουν τέτοιο κύρος πια οι δικές σου προσταγές, ώστε, θνητός που είσαι, τους άγραφους κι ασάλευτους νόμους να ξεπεράσεις». Η Αντιγόνη στέκεται σαν το ιδεολογικό αντίθετο του πλατωνικού Σωκράτη που προτιμάει να πεθάνει παρά να παραβεί τους νόμους της πόλης. Ο Πλάτωνας, ολοκληρωτικός και συντηρητικός καθώς είναι, πλάθει τον ιδανικό πολίτη με κύριο χαρακτηριστικό την υπακοή, ενώ ο προγενέστερος Σοφοκλής, σαφώς επηρεασμένος από την διαλεκτική των προσωκρατικών και δη του Ηράκλειτου, θέλει την ηρωίδα Αντιγόνη να χαρακτηρίζεται από κριτική σκέψη και από αμφισβήτηση απέναντι στην κρατική εξουσία.

Ακόμη και η συνήθως συντηρητικότατη ιουδαϊκή παράδοση μας κληροδότησε την ιδέα της πολιτικής ανυπακοής. Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη, στο πρώτο βιβλίο της Εξόδου (εδάφια 15-21): «Καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῶν Αἰγυπτίων ταῖς μαίαις τῶν ῾Εβραίων· τῇ μιᾷ αὐτῶν ὄνομα Σεπφώρα, καὶ τὸ ὄνομα τῆς δευτέρας Φουά, καὶ εἶπεν· ὅταν μαιοῦσθε τὰς ῾Εβραίας καὶ ὦσι πρὸς τῷ τίκτειν, ἐὰν μὲν ἄρσεν ᾖ, ἀποκτείνατε αὐτό, ἐὰν δὲ θῆλυ, περιποιεῖσθε αὐτό. ἐφοβήθησαν δὲ αἱ μαῖαι τὸν Θεὸν καὶ οὐκ ἐποίησαν καθότι συνέταξεν αὐταῖς ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου, καὶ ἐζωογόνουν τὰ ἄρσενα. ἐκάλεσε δὲ ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου τὰς μαίας καὶ εἶπεν αὐταῖς· τί ὅτι ἐποιήσατε τὸ πρᾶγμα τοῦτο καὶ ἐζωογονεῖτε τὰ ἄρσενα; εἶπαν δὲ αἱ μαῖαι τῷ Φαραώ· οὐχ ὡς γυναῖκες Αἰγύπτου αἱ ῾Εβραῖαι, τίκτουσι γὰρ πρὶν ἢ εἰσελθεῖν πρὸς αὐτὰς τὰς μαίας· καὶ ἔτικτον. εὖ δὲ ἐποίει ὁ Θεὸς τὰς μαίας, καὶ ἐπλήθυνεν ὁ λαὸς καὶ ἴσχυε σφόδρα. ἐπεὶ δὲ ἐφοβοῦντο αἱ μαῖαι τὸν Θεόν, ἐποίησαν ἑαυταῖς οἰκίας». Σε απλά ελληνικά οι δύο Εβραίες αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Φαραώ γιατί αυτές παραβίαζαν τις υπέρτατες ηθικές επιταγές.

Ιδιαίτερα διδακτικό είναι το παράδειγμα του Ιησού Ναζωραίου, για τον οποίο το 33% περίπου του πληθυσμού της γης – πιστοί διαφόρων χριστιανικών δογμάτων – πιστεύει ότι είναι ο υιός του Θεού ενώ ένα επιπλέον 23% περίπου – μουσουλμάνοι – πιστεύει ότι ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος προφήτης του Θεού στη γη μετά τον Μωάμεθ (βλ. John R. Hinnells, The Routledge Companion to the Study of Religion). Αυτός λοιπόν ο Ιησούς, ιερή προσωπικότητα για το 56% περίπου του πληθυσμού της γης (όχι για μένα αλλά δεν έχει σημασία), αγνόησε την νομοθεσία της εβραϊκής κοινότητας στην οποία ανήκε καθώς και την νομοθεσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της οποίας ήταν πολίτης. Γι’ αυτό άλλωστε και τιμωρήθηκε με την θανατική ποινή.

Χαρακτηριστικό για το θέμα της πολιτικής ανυπακοής είναι και το γεγονός ότι η μη κυβερνητική οργάνωση των ΗΠΑ Fully Informed Jury Association, που ασχολείται με την ενημέρωση των πολιτών για νομικά και άλλα ζητήματα εν όψει του ότι όλοι στην Αμερική μπορεί να κληθούν να υπηρετήσουν ως ένορκοι σε δικαστήριο, έχει περιλάβει στην έκδοση της A Primer for Prospective Jurors ειδική αναφορά στο θέμα. Ζητά από τους υποψήφιους ενόρκους, όταν κρίνουν υποθέσεις όπου ο κατηγορούμενος επικαλείται την πολιτική ανυπακοή, να κάνουν το εξής: «Think of the dilemma faced by German citizens when Hitlers secret police demanded to know if they were hiding a Jew in their house», δηλαδή «σκεφτείτε το δίλημμα που αντιμετώπιζαν οι Γερμανοί πολίτες όταν η μυστική αστυνομία απαιτούσε να μάθει εάν έκρυβαν κάποιον Εβραίο στο σπίτι τους». Το ηθικό δίδαγμα είναι απλό: Δεν μπορούμε να υπακούουμε τυφλά στην κρατική εξουσία χωρίς κανένα κριτήριο, χωρίς καμία ηθική και λογική επεξεργασία των εντολών της διοίκησης.

Προκύπτει, λοιπόν, αβίαστα ότι (όσο κι αν θέλουν κάποιοι) δεν μπορούμε να ξεμπερδέψουμε με την πολιτική ανυπακοή με εύκολους αφορισμούς. Οι περισσότεροι που απορρίπτουν την πολιτική ανυπακοή κάνουν τον εξής μανιχαϊστικό διαχωρισμό: Η πολιτική ανυπακοή, λένε, έχει θέση μόνο σε απολυταρχικά καθεστώτα ή σε περιπτώσεις ξένης κατοχής, αλλά δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε ευνομούμενα δημοκρατικά κράτη.

Το επιχείρημα είναι λογικοφανές και μοιάζει σωστό. Το πρόβλημα δεν είναι στο επιχείρημα αλλά στον ορισμό των εννοιών. Αν είναι δηλαδή όπως τα λένε οι αρνητές της πολιτικής ανυπακοής, τότε γεννιούνται πάμπολλα ερωτήματα.

Πότε είναι ένα καθεστώς απολυταρχικό; Όταν το λέει το Σύνταγμα του ή όταν το νιώθουν οι πολίτες του ασχέτως του τι λένε τα χαρτιά;

Πότε θεωρείται ότι έχουμε ξένη κατοχή; Όταν βλέπουμε ξένα στρατεύματα να παρελαύνουν ή όταν ουσιαστικά μας κυβερνούν φανερά ή αφανή κέντρα εξουσίας άσχετα με την λαϊκή κυριαρχία και θέληση;

Ποια κράτη θεωρούνται ευνομούμενα; Αυτά που έχουν νόμους και δικαστήρια και διάκριση εξουσιών ή αυτά στα οποία υπάρχει πραγματική (και όχι κατ’ όνομα) ισονομία και πραγματικό (και όχι κατ’ όνομα) κράτος δικαίου;

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

L'art pour l'art

Η ευρωπαϊκή Αριστερά χωριζόταν σε όλη τη διάρκεια του σύντομου, κατά τον Eric Hobsbawm, 20ου αιώνα (1914-1989) σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Το κομμάτι που ήταν πιστό στην Σοβιετική Ένωση και το κομμάτι που έκανε κριτική (εκ δεξιών ή εξ ευωνύμων) στον «υπαρκτό» σοσιαλισμό. Ο χωρισμός φαίνεται σχηματικός αλλά δεν είναι. Σαφώς, αυτές οι δύο κατηγορίες είχαν πολλές υποκατηγορίες που στέγαζαν διάφορα ιδεολογικά ρεύματα, αλλά το βασικό κριτήριο ήταν πάντα: Είσαι με τη «γραμμή» της Μόσχας ή όχι; Εμπιστεύεσαι την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης) ή όχι; Το δικό μας ΚΚΕ, επί παραδείγματι, ήταν πάντα με τη Μόσχα. Κι επειδή η Μόσχα άλλαζε πολλές φορές άποψη, εξ ου και η αλλοπρόσαλλη πολιτική του ΚΚΕ. Μέχρι που μας τέλειωσε η Μόσχα και το ΚΚΕ έπρεπε να χαράξει πολιτική για τον εαυτό του, με τα κωμικοτραγικά αποτελέσματα που παρακολουθούμε από το 1989 μέχρι σήμερα.

Η φιλοσοβιετική Αριστερά (στην Ελλάδα και διεθνώς) ακολούθησε τα κριτήρια περί τέχνης που έθεσε ο Zhdanov, ήτοι τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό»: Μόνη ορθή τέχνη είναι η στρατευμένη τέχνη που υπηρετεί την δικτατορία του προλεταριάτου και την πάλη της εργατικής τάξης. Η μη ορθή τέχνη συνιστά ιδεολογική παρέκκλιση και τιμωρείται με εξορία στα γκούλαγκ της Σιβηρίας ή με απαγόρευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας (θανατική ποινή για έναν καλλιτέχνη). Τι υπηρετεί όμως την εργατική τάξη; Να μην σας τα πολυλογώ, ο ζντανωφισμός θεωρεί αποδεκτή τέχνη ό,τι εξυμνεί τον απλό εργατικό προλετάριο, αποθεώνει το Κόμμα και την ηγεσία του, εξιδανικεύει την ΕΣΣΔ και τις χώρες-δορυφόρους της, δοξολογεί την πορεία προς τον σοσιαλισμό (που είχε ήδη βαφτιστεί «μη αναστρέψιμη») κοκ. Μη ορθή τέχνη θεωρείται ό,τι περιλαμβάνει κριτική, αμφισβήτηση, ερωτήματα, απαισιοδοξία κλπ.

Στην Ελλάδα, το ιδεολογικώς κυρίαρχο στην Αριστερά ΚΚΕ επέβαλλε παρόμοια κριτήρια: Καλοί ποιητές ο Ρίτσος και ο Βάρναλης, ποιητές της αστικής παρακμής ο Καβάφης και ο Σεφέρης. Καλοί συνθέτες ο Θεοδωράκης και ο Λοΐζος, εστέτ και συντηρητικός ο Χατζιδάκις. Καλός ζωγράφος ο Θεόφιλος, άσχετη με τις αγωνίες του «λαού» η σύγχρονη τέχνη. Για να μην συζητήσω για την περίπτωση Καζαντζάκη, του οποίου η γελοία δήλωση ότι χαιρετίζει τον «ελευθερωτή Κόκκινο Στρατό» που έπνιξε στο αίμα την Ουγγαρία το 1956, του εξασφάλισε την αιώνια στήριξη της απολιθωμένης παραδοσιακής Αριστεράς .

Ευτυχώς, η ελληνική κοινωνία διατήρησε τις αντιστάσεις της και με το χρόνο προτίμησε να εμπιστευθεί το αισθητικό της κριτήριο. Έτσι, μπορούμε σήμερα να μιλάμε για τους καλλιτέχνες με βάση το έργο τους και χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες. Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις στάθηκε μια συζήτηση που είχα με έναν φίλο (μέλος του ΚΚΕ) για την Κική Δημουλά. Μου είπε ότι δεν του αρέσει η ποίησή της. Του ζήτησα να μου απαριθμήσει τα κυριότερα αρνητικά της ποίησής της που τον απωθούν και μου απάντησε τα εξής: «Είναι απολίτικη, άσε που δήλωσε ότι θα ψήφιζε τον Ψινάκη. Προτιμώ τον Ρίτσο, τον Mayakovsky και τον Brecht».

Πρόθεση ψήφου: ιδού το εγκυρότερο λογοτεχνικό κριτήριο! Τι να ψήφιζε άραγε ο Dalí, ο Hemingway, ο Gershwin; Όσο για το «απολίτικο» της ποίησης, ας αρκεστεί ο φίλος στους εύπεπτους θούριους με τις προφανείς πολιτικές παραβολές των αγαπημένων του Ρίτσου, του Mayakovsky και του Brecht. Του θυμίζω απλώς ότι:

Το έργο του Ρίτσου περιλαμβάνει εκατοντάδες σελίδες «απολίτικης» υπαρξιακής αναζήτησης και προβληματισμού για τον θάνατο, τη φθορά, το χρόνο και την μνήμη (τα θέματα της Δημουλά), π.χ. ολόκληρη η συλλογή μονολόγων «Τέταρτη Διάσταση».

Ο Mayakovsky έζησε διαδοχικές παρεξηγήσεις και συγκρούσεις με τον Ρωσικό Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, ακριβώς επειδή διαφωνούσε με την θέση ότι η τέχνη πρέπει να είναι αμιγώς πολιτική. Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε μεταξύ άλλων: «Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών; Να ‘στε ευτυχισμένοι». Πολιτική θέση και στάση άραγε;

Όσο για τον Brecht, παραθέτω το ποίημα του Η Λύση, γραμμένο με αφορμή την εξέγερση των εργατών της Ανατολικής Γερμανίας κατά της σταλινικής τους κυβέρνησης:

«Ύστερα απ’ την εξέγερση της 17 του Ιούνη,

ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών

έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις

που λέγανε πως ο λαός

έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης,

και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει

παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια.

Δε θα’ ταν τότε πιο απλό,

η κυβέρνηση να διαλύσει το λαό

και να εκλέξει έναν άλλον…;»

Ακόμη κι αυτούς τους στρατευμένους ποιητές ο φίλος μου δεν μπορεί να τους «διαβάσει» αληθινά, ακριβώς γιατί έμαθε να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά του σε ό,τι δεν είναι αμιγώς πολιτικό και στρατευμένο. Το μαχαίρι του πνεύματος στομώνει….

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

O tempora o mores*

Οι ΗΠΑ είναι μια μεγάλη και αντιφατική χώρα με έναν εξίσου αντιφατικό λαό. Ικανή για το καλύτερο και για το χειρότερο. Όσο προφανής κι αν είναι η σκέψη, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας με τον ορμέμφυτο αντιαμερικανισμό αξίζει αναφοράς. Γιατί εδώ στην Ελλάδα είμαστε εκπληκτικά ταλαντούχοι στο άκριτο και τελικά ασόβαρο τσουβάλιασμα. "Οι Αμερικανοί είναι φονιάδες των λαών". Όχι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ή οι πολιτικο-οικονομικές ελίτ ή το στρατιωτικό-βιομηχανικό πλέγμα, αλλά οι Αμερικανοί. Ή "¨οι Εβραίοι σφάζουν τους Παλαιστίνιους". Όχι η κυβέρνηση Σαρόν, αλλά οι Εβραίοι. Όταν το Focus κάνει γενικεύσεις θιγόμαστε αλλά εμείς τις έχουμε ψωμοτύρι.

Στις ΗΠΑ λοιπόν εκδίδεται η εφημερίδα New York Times. Ένα σοβαρότατο έντυπο. Κι ας ανήκει σ' αυτόν τον αντιπαθέστατο τον Rupert Murdoch. Διαβάζοντας την διαδικτυακή έκδοση εντυπωσιάστηκα για μια ακόμη φορά με τις ΗΠΑ και τον τρόπο που βιώνουν τις καταστάσεις. Δείτε εδώ το άρθρο σχετικά με τον συλληφθέντα για την επίθεση στο μέλος του Κογκρέσου Gabrielle Giffords. Ο κατηγορούμενος αναφέρεται στον τίτλο και σε όλο το άρθρο ως "shooting suspect", ήτοι "ύποπτος για τους πυροβολισμούς" και αποκαλείται "Mr. τάδε". Στοιχειώδης δεοντολογία και ευγένεια από τους συντάκτες. Εν αντιθέσει με τους δικούς μας κονδυλοφόρους που όταν τους λες ότι πρέπει να γράφουν "τα φερόμενα ως μέλη της Σέχτας Επαναστατών" και όχι "οι συλληφθέντες τρομοκράτες" σου απαντάνε ότι αυτά είναι λεπτομέρειες και ότι σημασία έχει η ουσία. Επαρχιωτισμός στα πάντα στην Μπανανία μας. Για να μην συζητήσω για την μεταμοντέρνα αποδόμηση που μας έχει φτάσει στο σημείο να κοροϊδεύουμε ως δήθεν "πολιτικώς ορθή" (δηλαδή εξοβελιστέα) συμπεριφορά την ευγένεια και τους τρόπους. Εδώ φταίει και η Αριστερά, της οποίας τα ήθη έγιναν νόρμες στην Ελλάδα τις μεταπολίτευσης και η οποία, εντάσσοντας την ευγένεια στα "μικροαστικά κατάλοιπα" (sic), προπαγάνδισε - εμμέσως πλην σαφέστατα - την προσβλητική και ανεξέλεγκτη οικειότητα, την αυθαίρετη κοινωνική ισοπέδωση και την αναγωγή των καλών τρόπων σε ελάττωμα.

Το κυριότερο όμως είναι άλλο: διαβάστε εδώ το άρθρο των New York Times για την επίθεση στην αντιπρόσωπο Giffords. Εξετάζεται ενδελεχώς το συγκρουσιακό ιστορικό στην εκλογική της περιφέρεια και αναδεικνύεται το πώς η γειτνίαση της με το Μεξικό και η συνακόλουθη ένταση του μεταναστευτικού σε τοπικό επίπεδο, έχει κάνει την συγκεκριμένη περιφέρεια μια από τις πλέον πολωμένες πολιτικά. Αυτό είναι ένα μεγάλο ατού στην δημόσια ζωή των Αμερικανών: το "reflecting". Στον δημόσιο λόγο στις ΗΠΑ είναι σύνηθες (και ευτυχές) φαινόμενο η ιστορική σύγκριση, οι αναγωγές από το ειδικό στο γενικό και τανάπαλιν, η επίκληση των μαθημάτων του παρελθόντος για την εξαγωγή συμπερασμάτων κλπ. Οι Αμερικανοί δεν έχουν μνήμη 48 ωρών όπως εμείς (η αναφορά εστιάζει στη συνισταμένη της δημόσιας συζήτησης και όχι σε άτομα). Κι ακόμη, το συλλογικό υποσυνείδητο της αμερικανικής κοινωνίας καταγράφει και θυμάται.

Αντίστοιχο παράδειγμα: Την περίοδο 2001-2004 οι Αμερικανοί αρνούνταν να αποδεχθούν τρεις πιθανότητες. Την πιθανότητα ο Πρόεδρός τους να επιχειρεί συνειδητά και υπολογισμένα να παραπλανήσει το έθνος, την πιθανότητα το Κογκρέσο να συρόταν άνευ όρων πίσω από τον Πρόεδρο, την πιθανότητα το Ανώτατο Δικαστήριο να έκρινε την υπόθεση της πολιτείας της Φλόριντα (που καθόρισε την έκβαση των εκλογών του 2000) με κριτήριο τις πολιτικές πεποιθήσεις των μελών του (5 ρεπουμπλικάνοι και 4 δημοκρατικοί δικαστές, άρα δικαιώθηκε ο Μπους εις βάρος του Αλ Γκορ). Η σύγκλιση των τριών ανωτέρω πιθανοτήτων αποδείκνυε τον χειρότερο φόβο των Αμερικανών. Ότι η διάκριση των εξουσιών μπορεί να μην αποτελεί σίγουρη ασφαλιστική δικλείδα. Ότι οι "founing fathers" (οι επαναστάτες ιδρυτές των ΗΠΑ) μπορεί να μην κατάφεραν να δημιουργήσουν το τέλειο πολίτευμα, όπως διδάσκονται να πιστεύουν οι Αμερικανοί. Ότι μπορεί να υπάρχουν παραθυράκια που επιτρέπουν να φαλκιδευθεί η πολυδιαφημισμένη δημοκρατία και ελευθερία τους. Εν τούτοις, μετά την πεισματική και ηθελημένη τύφλωση μπροστά στο ενδεχόμενο, οι Αμερικανοί έβαλαν μυαλό. Αποφάσισαν (ο όρος είναι αδόκιμος αφού δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή αλλά για ενεργοποίηση των δημοκρατικών αντανακλαστικών που έχει η αμερικανική κοινωνία - και μην ακούτε το ΚΚΕ), αποφάσισαν λοιπόν να μην την ξαναπάθουν τόσο εύκολα. Έτσι, δεν δείχνουν στον Ομπάμα την τυφλή πίστη που έδειξαν στον Μπους κι ας τον στήριξαν με ζήλο, κι ας εναπόθεσαν τις ελπίδες τους σε αυτόν. Και τώρα του επιτίθενται -από δεξιά κι από αριστερά- και του έστειλαν και μήνυμα με τις ενδιάμεσες εκλογές.

Έτσι κάνουν πάντα: συγκρίνουν, θυμούνται, καταγράφουν. Θυμηθείτε πώς σοκαρισμένοι από τη δολοφονία του Κένεντυ και ανήσυχοι για τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και των μαύρων τη δεκαετία του '60 κρεμάστηκαν από τον Νίξον. Ο Νίξον τους πρόδωσε και χρειάστηκε ο στιβαρός και λαοφιλής Ρήγκαν για να ανορθώσει το κύρος της Προεδρίας (Φορντ και Κάρτερ δεν είχαν καμία τύχη). Μετά τον Ρήγκαν, ο Μπους πατήρ, που εκλέχθηκε λόγω της ρεπουμπλικανικής παντοδυναμίας που οικοδόμησε ο Ρήγκαν, φαινόταν (και ήταν) λίγος και αυτό του στοίχισε την επανεκλογή του. Ο Κλίντον τους ενθουσίασε, αλλά τους είπε ψέμματα (έστω και για τις απιστίες του) και δεν του το συγχώρεσαν.

Ενώ, εδώ σε μας, η παπανδρεϊκή απάτη της αλλαγής επιβραβεύθηκε το 1993 με επανεκλογή. Η σημιτική απάτη του εκσυγχρονισμού επιβραβεύθηκε το 2000 με επανεκλογή. Η καραμανλική απάτη της επανίδρυσης επιβραβεύθηκε το 2007 με επανεκλογή. Μόνο το Μητσοτάκη δεν συγχωρήσαμε κι αυτό όχι από άποψη και ως προϊόν αντίληψης ή ευαισθησίας αλά λόγω των κουτσομπολιών που τον συνοδεύουν (αποστάτης, γκαντέμης, δράκουλας, κλπ). Έτσι συμβαίνει στη χώρα της κυρά-Κατίνας.

Υ.Γ. Στην "κακιά" Αμερική μπήκε φυλακή για ξέπλυμα χρήματος ο πρώην ηγέτης των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή Tom DeLay. Εδώ, στη γενέτειρα της Δημοκρατίας είναι όλοι έξω: Τσουκάτος, Τσοχατζόπουλος, Μαντέλης κλπ. Στην "κακιά" Αμερική μπήκαν φυλακή οι υπαίτιοι του σκανδάλου Enron. Εδώ, έξω οι υπαίτιοι των σκανδάλων Siemens, ομολόγων, Βατοπαιδίου, Κουρουπητού κλπ. Για να κατεβούμε απ' το καλάμι λίγο.

* "Ω καιροί ω ήθη", από το Oratio in Catilinam Prima in Senatu Habita του Κικέρωνα.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Περί ιδιοκτησίας

Η ατομική ιδιοκτησία είναι φορτισμένη έννοια πολιτικά. Οι σοσιαλιστές θεωρητικοί, με εξέχοντες τους Μαρξ και Ένγκελς, την κατήγγειλαν ως αιτία των δεινών της ανθρωπότητας. Βέβαια οι μεγάλοι φιλόσοφοι μιλούσαν για την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα, μεταξύ των κειμένων των φιλοσόφων και των ημερών μας, εκτός από πολλά χρόνια μεσολάβησαν και πολλοί ανεγκέφαλοι. Έτσι, φτάσαμε σήμερα στο σημείο να ισχυρίζονται διάφοροι ότι κομμουνισμός σημαίνει κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και κοινοκτημοσύνη. Γενικώς. Γενιές Ελλήνων διαποτίστηκαν με ιδεολογήματα του τύπου "οι κομμουνιστές θέλουν να μας πάρουν το σπίτι και τα ρούχα μας" ή "οι κομμουνιστές είναι κατά της μονογαμίας γιατί πιστεύουν στην κοινοκτημοσύνη και των ερωτικών συντρόφων" και άλλα φαιδρά παρόμοια.
Η αλήθεια είναι ότι κομμουνισμός σημαίνει κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, άρα κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Κανένας δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται την εργασία των άλλων, αυτός είναι ο χρυσός κανόνας του κομμουνισμού. Γιαυτό και ο Μαρξ όρισε τον κομμουνισμό ως "κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών". Από την άλλη, η κομμουνιστική θεωρία δέχεται την ατομική ιδιοκτησία σε όλες τις άλλες μορφές της (ιδιοκτησία του ατόμου επί του σπιτιού του, του αυτοκινήτου του, της οικοσκευής και του ρουχισμού του κλπ.). Άλλο εάν στοχεύει στην διαμόρφωση ατόμων με ανεπτυγμένο το κοινωνικό, πνευματικό και αισθητικό κριτήριο σε τέτοιο βαθμό ώστε να ζουν απεξαρτημένοι από την προσκόλληση στη συσσώρευση υλικών αγαθών. Εξ άλλου ο καταναλωτισμός, το life style και τα συναφή είναι συμπτώματα του καπιταλισμού και σιγά-σιγά θα πεθάνουν μετά την ανατροπή του (όχι από μόνα τους, με πολλή και σκληρή προπάθεια - εκεί, μεταξύ άλλων, την πάτησαν και οι Ρώσοι).
Αυτά λέει η μαρξιστική θεωρία. Εν τούτοις, ορισμένοι ακόμη και σήμερα διατείνονται ότι είναι κομμουνιστικό ιδανικό η ... "απαλλοτρίωση" του πλούτου - προσέξτε, όχι των μέσων παραγωγής αλλά του πλούτου! Έτσι, ισχυρίζονται ότι νομιμοποιούνται να κλέβουν τράπεζες ή super market ή βιβλιοπωλεία στο όνομα της "απαλλοτρίωσης". Πρόκειται για προδήλως φασίζουσα νοοτροπία και πρακτική που σαφώς δεν έχει σχέση με το εργατικό κίνημα και τους αγώνες του. Θυμίζει όσους συγχέουν την επαναστατική βία των κομμουνάρων στο Παρίσι του 1871 ή των ανταρτών στα ελληνικά βουνά το 1946 με την στυγνή και άναδρη δολοφονία βιομηχάνων, εκδοτών, αστυνομικών ή απλών πολιτών από ψευδεπίγραφες "επαναστατικές" οργανώσεις (τόσο επαναστατικές όσο επανάσταση ήταν και αυτή της 21ης Απριλίου).
Βαριά κατάρα για τους εργαζόμενους και το εργατικό κίνημα η εκμετάλλευση της αριστερής φρασεολογίας και των αριστερών συλλογικών συμβόλων από τους κόκκινους φασίστες. Και βαριά η ευθύνη της Αριστεράς που φοβήθηκε να βρεθεί απέναντι σε όσους συκοφάντησαν και προβόκαραν συστηματικά το λαϊκό κίνημα.
Υ.Γ. Οι συνειρμοί μου γεννήθηκαν από την κλοπή του πορτοφολιού μου (με όλο μου το μισθό μέσα) από άγνωστο εχθές. Δεν μου είχε ξανασυμβεί και προβληματίστηκα. Βέβαια εμένα με έκλεψε μάλλον κάποιος φτωχός ή εξαρτημένος, ο οποίος και πιθανώς είχε τα χρήματα περισσότερη ανάγκη απ' ότι εγώ. Γιαυτό και παρηγοριέμαι ότι μπορεί να έκανα ακούσια ελεημοσύνη. Αυτές πιάνονται στη βαθμολογία για παράδεισο Άγιε Πειραιώς ή να κάνω και καμιά δωρεά στη Μητρόπολή σας για σιγουριά;

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Περί "τείχους" part II

Σύμφωνα με δημοσίευμα του in.gr (το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ), η κυβέρνηση προωθεί την χρησιμοποίηση άδειων στρατοπέδων ως "κέντρων υποδοχής" μεταναστών υπό επαναπροώθηση. Οι συνειρμοί περί στρατοπέδων συγκέντρωσης αναπόφευκτοι, αν και το θυμικό δεν είναι πολύ καλός σύμβουλος σε ζητήματα πολιτικής.

Επίσης, στο δημοσίευμα φιλοξενείται η δήλωση του κ. Παπουτσή στο Al Jazeera ότι "Η Ελλάδα δεν αποτελεί λύση για όσους έχουν προβλήματα στις χώρες τους, ούτε μπορεί να γίνει πέρασμα για παράνομη είσοδο στα άλλα κράτη της Ευρώπης, γιατί κάτι τέτοιο θα έστρεφε όλη την Ευρώπη εναντίον μας". Βαλτωμένη στα βρώμικα νερά του λαϊκισμού και των πολιτικών παλινωδιών, η κυβέρνηση αδυνατεί να δει το μεταναστευτικό ως παγκόσμιο πρόβλημα με παγκόσμια λύση. Στον παγκοσμιοποιημένο 21ο αιώνα είναι σημάδι τύφλωσης να βλέπει κανείς τον κόσμο με τα γυαλιά του δυαδικού ετεροπροσδιορισμού. "Εμείς" και οι "άλλοι". Κι αν δεν υπάρχουν οι "άλλοι" κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε "εμείς". Οι "άλλοι", λοιπόν, είναι οι εξαθλιωμένοι του Τρίτου Κόσμου, ενώ "εμείς" προφυλασσόμαστε από τους επιδρομείς αδικημένους προσπαθώντας να διατηρήσουμε τις ανισότητες στον πλανήτη, εκλαμβάνοντας τες ως δείκτες της ευημερίας μας, αν όχι ως δικαιωματικά μας προνόμια. Και μάλιστα έχουμε και ευθύνη έναντι των υπόλοιπων δυτικών κοινωνιών να λειτουργήσουμε ως φράχτης, ως ανάχωμα που θα ανασχέσει την έλευση των πειναλέων στα σαλόνια μας. Αιδώς....

Ταυτόχρονα, οι μέχρι πρότινος απολογητές της παγκοσμιοποίησης ανέλαβαν να υπερασπιστούν το μεσαιωνικό τείχος με ιδεολογήματα του τύπου "μην βλέπετε το τείχος μόνο του, εντάσσεται σε μια στρατηγική και σε μια δέσμη μέτρων" κλπ. Παραβλέποντας την κωμική εικόνα φιλελεύθερων οπαδών των ανοιχτών συνόρων να υπερασπίζονται τα εντοιχισμένα κράτη-φρούρια (εικόνα πολύ διασκεδαστική με βάση την δική μου διεστραμμένη αίσθηση του humour), μου θυμίζουν τους Αμερικανούς που προπαγάνδιζαν την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Ξέρουν ότι λένε μπούρδες, ξέρουν ότι ξέρουμε κι εμείς ότι λένε μπούρδες, αλλά είναι διατεθειμένοι να πέσουν ηρωικά μαχόμενοι και προπάντων παραδομένοι στις παρωπίδες τους, ως άλλοι αμετανόητοι Φουκουγιάμα που μισο-έκπληκτοι μισο-οργισμένοι με το πάθημά τους απαντούν στην συνεχιζόμενη εξέλιξη της απτόητης ιστορίας με την κραυγή "Μα αφού τέλειωσε, το είδα!!!"...

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Για το περίφημο "τείχος"

Διαβάστε το άρθρο του in.gr σχετικά με τις δηλώσεις του υφυπουργού ΠΡΟΠΟ κ. Μανώλη Όθωνα εδώ.
Όσα λέει είναι αποκαλυπτικά για το θέμα του περίφημου τείχους. Η στενομυαλιά των Ελλήνων πολιτικών (προϊόν του λαϊκισμού τους) είναι φοβερή. Αυτό που είπε η Κομισιόν είναι το προφανές. Ότι δηλαδή τα τείχη είναι κατά πρώτον αναποτελεσματικά. Αυτό αποδεικνύεται και από την περίπτωση του Ισραήλ (επιθέσεις αυτοκτονίας και ιντιφάντα έχουμε μέχρι και σήμερα παρά το τείχος) και από την περίπτωση του Βερολίνου (τα τείχη είναι καταδικασμένα από την ιστορία να γκρεμίζονται). Ακόμη και το Σινικό τείχος δεν κατάφερε να υπηρετήσει το σκοπό του. Οι Μογγόλοι επιδρομείς και οι άλλες νομαδικές φυλές περνούσαν στην βόρεια Κίνα. Και η κυβέρνηση μας απαντάει σ'αυτό το αυταπόδεικτο επιχείρημα, επικαλούμενη "τα όρια των ανοχών της ελληνικής κοινωνίας". Το άκρον άωτον της γελοιότητας και του λαϊκισμού.

Κατά δεύτερον, τίθεται ένα τεράστιο πολιτικό ζήτημα: η επιλογή της αντιμετώπισης του μεταναστευτικού με αυτούς τους όρους είναι ένας κρίκος σε μια αλυσίδα αυταρχικών πολιτικών επιλογών και δηλώσεων (π.χ. Πάγκαλος "ο μόνος αξιόπιστος συνομιλητής είναι ο Καρατζαφέρης") που αποδεικνύουν ότι το παλιό σύνθημα έχει αλλάξει. Πλέον είναι "Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση...το ΛΑ.Ο.Σ. στην εξουσία". Και είναι εξόχως ανησυχητικό ότι το εθνικιστικό και αντιδραστικό ΛΑ.Ο.Σ., που ανδρώθηκε με τις ευλογίες του ΠΑΣΟΚ, έρχεται τώρα να μετατραπεί από γραφική παραφωνία σε υπεύθυνο συνομιλητή (πάλι με την βοήθεια του ΠΑΣΟΚ). Φαίνεται ότι η κυβερνώσα παράταξη πιστεύει ότι ένα ισχυρό ΛΑ.Ο.Σ. αποτελεί ανάχωμα στη ΝΔ και ότι υιοθετώντας κάποιες θέσεις του ΛΑ.Ο.Σ. (π.χ. εκμεταλλευόμενη την υπαρκτή λαϊκή δυσαρέσκεια σχετικά με το μεταναστευτικό) θα μπορέσει να βρει ένα καρότο για να συνοδεύσει το μνημονιακό μαστίγιο. Οι Δηλιγιάννηδες, οι Παπατζήδες και οι λοιπές τραγικές περσόνες του ελληνικού πολιτικού βίου επιβιώνουν και στον 21ο αιώνα.
Τρίτον και κυριότερο, το πρόβλημα με το τείχος δεν συνίσταται στο ότι είναι ναζιστικό ή φασιστικό ή οτιδήποτε άλλο. Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό που αναφέρεται στο ρεπορτάζ: ότι πρότυπο του Υπουργείου είναι η αφρικανική πόλη Ceuta, ένα κατάλοιπο της αποικιοκρατίας στον 21ο αιώνα. Όταν το 1956 το Μαρόκο ανεξαρτητοποιήθηκε από την Ισπανία, ο στρατηγός Φράνκο αρνήθηκε να δώσει στο νέο ανεξάρτητο κράτος την πόλη Ceuta και την άλλη παραθαλάσσια πόλη Melilla. Όπως ακριβώς το Ηνωμένο Βασίλειο αρνείται πεισματικά να ξεχάσει το αποικιοκρατικό παρελθόν του διατηρώντας το Gibraltar και τα λοιπά British Overseas Territories, και όπως η Γαλλία διατηρεί την κυριαρχία της επί της Γαλλικής Πολυνησίας και των λοιπών collectivités d'outre-mer. Ωραία πρότυπα! Δεν ξέρω αν το τείχος είναι φασιστικό, πάντως σίγουρα είναι αντι-ανθρωπιστικό, ευθυνόφοβο και στρουθοκαμηλικό. Όπως η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με κάμερες και φακέλωμα αλλά με καταπολέμηση της φτώχειας, της αδικίας και της εξαθλίωσης, έτσι και η μετανάστευση δεν αντιμετωπίζεται με τείχη αλλά με καταπολέμηση των αιτίων που την γεννούν. Το δε επιχείρημα ότι αυτό δεν θα έφερνε άμεσα αποτελέσματα γιατί θα πάρει χρόνο, μου θυμίζει το "πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι". Ο πιο σύντομος δρόμος είναι αυτός της Κακίας αλλά ο Ηρακλής διάλεξε αυτόν της Αρετής στον σοφό αρχαιοελληνικό μύθο. Ή όπως το έθεσε ο Ferdinand Lassalle στο έργο του Franz von Sickingen: eine historische Tragödie, "Das Ziel nicht zeige, zeige auch den Weg. Denn so verwachsen ist hienieden Weg und Ziel, daß eines sich stets ändert mit dem andern. Und andrer Weg auch andres Ziel erzeugt". Αγγλιστί για όσους δεν γνωρίζουν γερμανικά: "Show us not the aim without the way. For ends and means on earth are so entangled, that changing one, you change the other too; each different path brings other ends in view".
Και βέβαια προκύπτουν και ιδεολογικά ερωτήματα: Πού είναι λοιπόν η παγκοσμιοποίηση των ανοιχτών αγορών και συνόρων με τη διάχυση του πλούτου, των ευκαιριών και της γνώσης; Πού είναι η παγκόσμια οικονομία της αγοράς της οποίας το "αόρατο χέρι" θα έλυνε όλα τα προβλήματα; Πώς φτάσαμε στα εντοιχισμένα κράτη-φρούρια με τον κρατικό παρεμβατισμό τόσο έντονο όσο ήταν πριν από 50 χρόνια; Πώς συνδυάζονται τα κλειστά σύνορα για τους ανθρώπους με τα ανοιχτά σύνορα για τα εμπορεύματα; Πώς συνδυάζεται η καταδίκη των κρατικών επιδοτήσεων στους αγρότες με την επιβράβευση των κρατικών επιδοτήσεων στις τράπεζες; Ή θέλουμε λιγότερο κράτος ή όχι! Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε γενικά λιγότερο κράτος και περισσότερο κράτος όπου μας βολεύει!
Στο δια ταύτα: Η φίλη Βίβιαν Ευθυμιοπούλου μου θύμισε το καταπληκτικό En attendant les barbares του Guy Sorman που διάβασα δανεικό στο Παρίσι και το οποίο μπορείτε να διαβάσετε (όσοι ξέρετε γαλλικά) στη Bibliothèque nationale de France εδώ. Η λύση είναι μία, όπως γλαφυρά την περιγράφει και η φίλη μου η Βίβιαν: "ανοιχτά σύνορα, κανένας περιορισμός, ν'αφήσουμε άνεργους μπάτσους, κρατικούς υπαλλήλους, προφήτες του δήθεν 'πολυπολιτισμού' που πλουτίζουν με κρατικά χρήματα στήνοντας 'κέντρα υποδοχής'".