Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Για το χιούμορ

Ελληνική λέξη για το χιούμορ δεν υπάρχει. Μια απόπειρα εννοιολογικής απόδοσης θα ήταν περιφραστική: πνευματώδης αστεϊσμός, εύθυμη θυμηδία, φιλοπαίγμων διάθεση.

Οι Αγγλοσάξονες είναι οι χαρακτηριστικοί φορείς του αρχετυπικού «sense of humor», δηλαδή της ικανότητας να συλλαμβάνει κανείς διανοητικά, να εκφράζει πετυχημένα και να εκτιμά δεόντως το κωμικό των πραγμάτων. Σημειώνουμε για τους αρχαιόπληκτους και εθνο-βλαμμένους (να χαρούν κι αυτοί λιγάκι) ότι η αγγλική λέξη humor (ή humour) προέρχεται από τον ιπποκράτειο όρο «χυμός» (ενν. του ανθρωπίνου σώματος).

Όμως, το είδος αίσθησης χιούμορ που έχει (και άρα το είδος χιούμορ που εκτιμά) ο κάθε ένας επικαθορίζεται από εθνολογικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες (πού και πότε γεννήθηκε, πώς έζησε και μεγάλωσε, κλπ.). Υπάρχει άραγε διαχρονικό και διατοπικό χιούμορ;

Για να περιοριστούμε στο λεκτικό χιούμορ (για λόγους οικονομίας), οι κωμωδίες του Αριστοφάνη ή του Σαίξπηρ παίζονται για αιώνες αλλά μόνο στο δυτικό κόσμο (δυτικό όχι τοπικά αλλά πολιτισμικά, στον ανεπτυγμένο κόσμο). Δεν μπορώ να ισχυριστώ νομίζω πειστικά ότι, αποκομμένοι από τις συμπαραστάσεις του δυτικού πολιτισμού, οι άρρενες κάτοικοι του Κατάρ θα εύρισκαν ιδιαίτερα αστεία τη Λυσιστράτη ή ότι οι καταπιεσμένοι στον αναλφαβητισμό σκλάβοι της Nike στο Μπαγκλαντές θα γελούσαν με το Much Ado About Nothing.

Από την άλλη, οι σύγχρονες κινηματογραφικές κωμωδίες παίζονται σχεδόν παντού στον πλανήτη αλλά τα 50-100 χρόνια ζωής τους δεν τις κάνουν διαχρονικές. Κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι θα θεωρούνται αστείες μετά από 2000 χρόνια (δεν συζητάμε για τις εντελώς πρόσφατες, διότι αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αστείες ούτε σήμερα).

Δεν υπάρχει λοιπόν πανανθρώπινο κοινό γούστο σε ό,τι αφορά στο χιούμορ. Σίγουρα όμως υπάρχει κοινή αποδοχή της έννοιας του όπως και κοινή αποδοχή του γέλιου και του λεκτικού αστεϊσμού ως αναπόσπαστου μέρους της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνικής συμβίωσης. Υπ’ αυτήν την έννοια, τίθεται το ερώτημα: Υπάρχουν όρια στο χιούμορ;

Αρχικά, για να το πω ωμά, το γεγονός ότι δεν γελάω με τα αστεία κάποιου δεν του αφαιρεί το δικαίωμα να τα λέει. Εκεί που υπάρχει ζήτημα είναι όταν το χιούμορ «στρέφεται» κατά κάποιου τρίτου, δεν είναι δηλαδή αυτοσαρκασμός ή σχολιασμός αφηρημένων καταστάσεων αλλά παρωδία ή παιχνιδιάρικη προσβολή ενός άλλου προσώπου. Η ελληνική (και όχι μόνο) ιδιοτυπία της γνωστής «πλάκας» και του «χαβαλέ», με τον εξοβελισμό της ευγένειας και με μια άπλετη και αδικαιολόγητη οικειότητα προς τους άλλους που εκδηλώνεται με χοντροκομμένους προσβλητικούς αστεϊσμούς, δεν εμπίπτει κατά τη γνώμη μου στην κατηγορία του χιούμορ αλλά στην κατηγορία της κακόγουστης γελοιότητας.

Την ίδια στιγμή, ζήτημα τίθεται και για τα «θεματικά» όρια του χιούμορ. Υπάρχουν δηλαδή γεγονότα ή καταστάσεις ή πρόσωπα που εξ ορισμού εξαιρούνται από το πεδίο της ευθυμολογίας; Κι αυτό βέβαια το ερώτημα βάζει στο παιχνίδι και το θέμα της (καταραμένης) πολιτικής ορθότητας.

Διαβάζοντας κανείς το Σύνταγμα της Ελλάδας, βλέπει ότι στο άρθρο 14 παρ. 3 επιτρέπεται η κατάσχεση εντύπων (κατασταλτική λογοκρισία) μεταξύ άλλων για «προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης θρησκείας» και για «προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας». Ανοίγει λοιπόν μια συζήτηση σχετικά με το εάν το χιούμορ εμπίπτει στην κατηγορία της «προσβολής» και άρα στρεφόμενο κατά θρησκειών ή κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι -από συνταγματική σκοπιά τουλάχιστον- αθέμιτο. (Παρενθετικά να σημειωθεί ότι σε χώρες με πραγματική δικαιοπολιτική κληρονομιά των θεμελιωδών ιδεών του Διαφωτισμού, όπως οι ΗΠΑ, μια τέτοια διάταξη θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει στον καταστατικό χάρτη).

Νομίζω ότι μια προοδευτική και συνεπής με το πνεύμα του συντακτικού νομοθέτη ερμηνεία του συνταγματικού κανόνα, θα πρέπει να μας οδηγήσει στην άποψη ότι το χιούμορ καθ’ εαυτό δεν μπορεί συνιστά προσβολή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιλαμβάνει εξυβρίσεις ή δυσφημήσεις (που έτσι κι αλλιώς απαγορεύονται από το νόμο). Υπ’ αυτήν την έννοια, τα περίφημα γελοιογραφικά σκίτσα του Μωάμεθ θα έπρεπε να γίνουν ανεκτά εάν δημοσιεύονταν σε ελληνικό έντυπο. Έτσι και η τυχόν μη εξυβριστική σάτιρα εις βάρος του κ. Παπούλια θα πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή ως μη συνιστώσα προσβολή του προσώπου του.

Σχετικό με τα θεματικά όρια είναι και το ζήτημα του black humor, αλλά εκεί νομίζω ότι πολιτισμικά υπάρχει ένα κεκτημένο, αφού η ίδια η λαϊκή θυμοσοφία διδάσκει «δεν υπάρχει γάμος χωρίς δάκρυ και κηδεία χωρίς γέλιο».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα τίθεται εν σχέσει προς πιο «επικίνδυνα» θέματα: Μπορεί να κάνει κανείς χιούμορ με το Ολοκαύτωμα; Μπορεί κάποιος να κάνει χιουμοριστικές αναφορές στους gay, στους Εβραίους, στα παιδιά με νοητική στέρηση;

Μερικοί απαντούν εντελώς αρνητικά με το επιχείρημα ότι το χιούμορ με αναφορά στους gay είναι ομοφοβία ή ότι το χιούμορ με εβραϊκές αναφορές είναι αντισημιτισμός. Για το δε χιούμορ με αναφορές σε ανθρώπους με νοητική ή και σωματική αναπηρία θα έπαιρνε ίσως ως απάντηση το γνωστό «μα δε ντρέπεσαι λιγάκι;». Κάποιοι θα έφταναν ίσως στο σημείο να ισχυριστούν ότι τέτοιου είδους χιούμορ αναπαράγει στερεότυπα και γεννά «εχθροπάθεια», με αποτέλεσμα να το εντάξουν μέχρι και στην κατηγορία του hate speech (ρητορική μίσους).

Αρχικά, θα παρατηρούσα ότι με τέτοιες λογικές θα έπρεπε να μην γίνονται αποδεκτές οι χιουμοριστικές αναφορές στους κοντούς ή στις χοντρές, τα ανέκδοτα για Πόντιους, τα ανέκδοτα τύπου «ένας Άγγλος, ένας Γερμανός κι ένας Έλληνας», κλπ. αφού κι αυτά αναπαράγουν στερεότυπα.

Κυρίως, όμως, προξενεί εντύπωση ότι οι περισσότεροι από όσους ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία εξαρτούν την αντίδρασή τους από το πρόσωπο που εκφέρει τον χιουμοριστικό λόγο. Έτσι, θα αποδέχονταν κατά το πλείστον ένα αστείο για τους gay εάν το άκουγαν από έναν gay ή ένα αστείο για Εβραίους ειπωμένο από έναν Εβραίο. Μια τέτοια όμως διάκριση καταντά τελικά δίκη προθέσεων αφού δεν κατακρίνει το χιούμορ ως τέτοιο αλλά την (κατά την αναπόδεικτη γνώμη του κρίνοντος) διάθεση, το σκοπό ή την «ατζέντα» του προσώπου που προβαίνει στη χιουμοριστική εκφορά του λόγου.

Περαιτέρω, το να κάνει κανείς χιούμορ με την δυσκολία ή το πρόβλημα που βιώνει κάποιος άλλος (όπως στην περίπτωση των ατόμων με αναπηρία) θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί με ευκολία μικρόψυχο. Μια πιο προσεκτική ανάλυση όμως, θα λάμβανε σίγουρα υπ’ όψιν της την «εξορκιστική του κακού» διάσταση του χιούμορ. Με την κατάρριψη της σοβαροφάνειας και την ανάδειξη της κωμικής πλευράς ακόμη και δραματικών καταστάσεων, το χιούμορ βοηθά τους ανθρώπους να διαχειριστούν τις δύσκολες καταστάσεις ή την έντονη αμηχανία και δρα ως ψυχολογικός μηχανισμός αυτοσυντήρησης. Έτσι, συντελεί υπό μία έννοια και στην αποδοχή της διαφορετικότητας ή της απόκλισης από το πλειοψηφικό (και άρα θεωρούμενο ως φυσιολογικό) και αποτελεί έναν οιονεί μηχανισμό κοινωνικής εναρμόνισης.

Σε κάθε περίπτωση, το προαναφερθέν «μα δε ντρέπεσαι λιγάκι;» ως απάντηση στο χιούμορ είναι καθ’ όλα θεμιτή αντίδραση, αφού δεν λογοκρίνει ούτε καταστέλλει τον χιουμορίστα αλλά δρα ακριβώς ως αποδεκτή αρνητική κριτική του χιούμορ (όπως το γέλιο ως αντίδραση είναι η θετική κριτική στο χιούμορ). Όσοι πρώτα γελάνε με το αστείο και μετά εκφέρουν την φράση «μα δε ντρέπεσαι λιγάκι;» προσπαθούν να σώσουν τα προσχήματα της πολιτικής ορθότητας («εντάξει, αστείο είναι, αλλά δεν κάνει να τα λες αυτά»).

Η προσωπική άποψη του γράφοντα είναι ότι κανείς και τίποτα δεν εξαιρείται από το χιούμορ. Εξυπακούεται ότι, όπως ο γράφων διατηρεί το δικαίωμα να μην συναναστρέφεται όσους εκστομίζουν διάφορες «κρυάδες» νομίζοντας ότι διαθέτουν αίσθηση του χιούμορ, έτσι και οι τρίτοι διατηρούν το δικαίωμα να μην συναναστρέφονται τον γράφοντα εφ’ όσον θεωρούν το χιούμορ του ιερόσυλο. Πάντως, δεν θα ζητήσουμε την άδεια κανενός για να κάνουμε χιούμορ (στα νόμιμα πλαίσια).

ΤΟ ΑΝΩΤΕΡΩ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΑΡΧΙΚΑ ΣΤΟ maga.gr

1 σχόλιο: