Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Για τον δικηγορικό συνδικαλισμό

Ο καθηγητής Εργατικού Δικαίου και συνάδελφος κ. Ιωάννης Ληξουριώτης δημοσίευσε στην Καθημερινή στις 31-12-2010 άρθρο με τον τίτλο Δικηγορικός "συνδικαλισμός" το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ. Πρόκειται για τυπικό παράδειγμα λεγκαλισμού: προσπαθεί να πραγματευθεί και να απαντήσει σε ένα καθαρά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα με παράθεση και επίκληση νομικών διατάξεων. Είναι μια στρεβλή αντίληψη που αναζητά πολιτικές απαντήσεις στα νομοθετήματα. Κλασικό παράδειγμα: δεν μπορούν να τελέσουν γάμο δύο άτομα του ιδίου φύλου γιατί "δεν το προβλέπει ο νόμος". Παραγνωρίζεται έτσι το θεμελιώδες: Ότι οι νόμοι αλλάζουν και ότι αντικατοπτρίζουν ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης στην κοινωνία, συχετισμό μεταξύ προόδου και συντήρησης, μεταξύ ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού, μεταξύ φιλελευθερισμού και αυταρχισμού και πάντως ένα συσχετισμό μεταβαλλόμενο (σημείωση: για τον Μαρξ ο συσχετισμός είναι ταξικός). Οι νόμοι δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της, αλλά τα συμφέροντα όσων νέμονται την εξουσία - δεν εννοώ τα φυσικά πρόσωπα αλλά τις κοινωνικές μερίδες -, τα οποία (προς αποφυγή παρεξηγήσεων) μπορεί από καιρού εις καιρόν να ταυτίζονται με τα συμφέροντα της κοινωνίας συνολικά και πάντως δεν είναι εξ ορισμού αντιπαραθετικά με τα τελευταία. Το De l'esprit des lois του Montesqieu είναι κατατοπιστικότατο επ' αυτού. Άλλες φορές πάλι οι νόμοι προσπαθούν να επιβάλλουν ηθικές, πολιτισμικές, πολιτικές ή και οικονομικές νόρμες επί των μελών της κοινωνίας. Οι νόμοι δεν είναι ηθικά ουδέτεροι ούτε πολιτικά αποχρωματισμένοι. Επί της ουσίας όμως:
Ο κ. Ληξουριώτης κατηγορεί τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) ότι κρατά "αντιμνημονιακή" στάση ενώ κάτι τέτοιο δεν του επιτρέπεται ως εκ της θέσεως του. Λέει ο καθηγητής ότι ο ΔΣΑ δεν έπρεπε να κρατά ούτε "αντιμνημονιακή" ούτε "φιλομνημονιακή" στάση - έπρεπε απλώς να σιωπά και κοιτάζει τα του οίκου του, ήτοι τις αρμοδιότητες του όπως προβλέπονται στο νόμο. Δυοίν θάτερον: είτε ο καθηγητής δεν αντιλαμβάνεται ότι σε τόσο ακραίες περιπτώσεις, όπως η κατακλυσμιαία επέλαση των συμπαρομαρτούντων του μηχανισμού στήριξης στη ζωή μας, η σιωπή είναι συναίνεση (άρα θέση και στάση, οπότε ξαναγυρνάμε στην αφετηρία) είτε το καταλαβαίνει πολύ καλά και αυτό ακριβώς υπονοεί (άρα και πάλι καταρρέει το θεωρητικό οικοδόμημα του άρθρου του).
Στη συνέχεια ο κ. Ληξουριώτης ψέγει τη στάση του ΔΣΑ να αδιαφορεί για τα μύρια όσα προβλήματα του κλάδου και να ασχολείται (φευ) με την "υψηλή πολιτική", ήτοι το μνημόνιο. Παρότι συμφωνώ ότι ο ΔΣΑ δεν ασχολείται όσο θα έπρεπε με τα φλέγοντα ζητήματα της δικηγορίας (δεν αδιαφορεί πάντως), εν τούτοις αδυνατώ να συλλάβω τους λόγους για τους οποίους ο καθηγητής ταξινομεί τα "δικηγορικά θέματα" και το μνημόνιο ως αμοιβαίως αποκλειόμενους τομείς παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση η απαγόρευση των προσλήψεων στη Δικαιοσύνη που υπαγορεύει το μνημόνιο, η μείωση των κονδυλίων για την δικαιοσύνη εν γένει (κτίρια, υποδομές), η μείωση μισθών δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων, η οικονομική ασφυξία των ασφαλιστικών ταμείων δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων, συμβολαιογράφων, δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών, η ψευδεπίγραφη απελευθέρωση του δικηγορικού επαγγέλματος και τόσες άλλες μνημονιακές επιταγές έχουν ευθεία, άμεση και καταστρεπτική επίδραση στην απονομή της δικαιοσύνης. Εξ ου και η νομιμοποίηση του ΔΣΑ να καταγγέλει τις καταστρεπτικές επιδράσεις του μηνμονίου.
Ως κορωνίδα των επιχειρημάτων του ο καθηγητής επικαλείται το συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη στην υπεράσπιση, το οποίο του στερεί ο ΔΣΑ όταν υποχρεώνει τα μέλη του να απέχουν. Με την ίδια λογική, όταν απεργούν οι δάσκαλοι στερούν το δικαίωμα στην μόρφωση, όταν απεργούν οι εργαζόμενοι στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στερούν το δικαίωμα στην κυκλοφορία, όταν απεργούν οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα στερούν το δικαίωμα στην δημόσια υγιεινή, όταν απεργούν οι γιατροί στερούν το δικαίωμα στην υγεία. Με τη λογική του καθηγητή θα έπρεπε να απαγορεύεται η απεργία διότι περιορίζει ή δυσχεραίνει σημαντικά την άσκηση των δικαιωμάτων των άλλων. Εν τούτοις, αυτό είναι ένα κόστος αναγκαίο προκειμένου να υπηρετηθεί το δικαίωμα στην απεργία. Ακόμη και ο τόσο προσφιλής στον καθηγητή συντακτικός νομοθέτης αναγνώρισε το δικαίωμα στην απεργία. Όσο για το ζήτημα της "υποχρεωτικής" αποχής (όταν ο ΔΣΑ κηρύξει αποχή, οι δικηγόροι δεν δικαιούνται να παραστούν στο δικαστήριο ακόμη και εάν το επιθμυμούν), δύο σημεία: Πρώτον, ο ΔΣΑ χορηγεί άδειες παράστασης στους δικηγόρους παρά την αποχή εάν υφίσταται κάποιος λόγος (επείγον θέμα, παραγραφή, κ.ά) ενώ εάν ένας δικηγόρος παραστεί στο δικαστήριο παρά την αποχή έχει μόνο πειθαρχικές συνέπειες και αυτές από υποτυπώδεις έως ανύπαρκτες. Δεύτερον, ακόμη και εάν δεχθούμε ως ορθό το επιχείρημα του κ. Ληξουριώτη, η λύση δεν είναι να καταργήσουμε την αποχή αλλά να την κάνουμε προαιρετική. Όπως και να έχει, αυτή η συζήτηση είναι άσχετη με το εάν ο ΔΣΑ απέχει λόγω μνημονίου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο και δεν μπορεί να αντληθούν από εδώ επιχειρήματα για να καυτηριαστεί η "αντιμνημονιακή" θέση του ΔΣΑ.
Τέλος, ο κ. Ληξουριώτης στέκεται και στην θεσμική πλευρά του θέματος: ο ΔΣΑ, λέει, δεν είναι συνδικαλιστικός φορέας και δεν πρέπει να ασχολείται με τα του κλάδου. Έστω. Και ποιος θα ασχοληθεί με τα τραγικά προβλήματα των δικηγόρων και δη των μισθωτών; Εάν δεν πρέπει να το κάνει ο ΔΣΑ, μήπως ήρθε η ώρα για ένα Σωματείο Μισθωτών Δικηγόρων;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου