Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Για τον Κώστα Γαβρά Vol. 1

Οι κοινωνίες είναι γαλουχημένες ώστε να έχουν μια μανία με τις κατατάξεις. Και αναγάγουν τις συγκρίσεις σε κορυφαίο κανόνα αξιολόγησης. Η συγκριτική μέθοδος έχει τα οφέλη της αλλά είναι πολλές φορές καταστρεπτική σε ό,τι αφορά την τέχνη. Είναι αστείο να κρίνουμε έναν καλλιτέχνη όχι για το έργο του καθαυτό αλλά συγκρίνοντας τον με άλλους. Κι όμως μονίμως οι άνθρωποι φαίνονται να ασχολούνται με το ποιος είναι «ο καλύτερος» σε κάτι. Έτσι, για παράδειγμα, εάν κάποιος αναφέρει το θαυμασμό του για τον George Bizet είναι πιθανόν να εισπράξει την (παντελώς εκτός θέματος) απάντηση «ο Mozart είναι ο καλύτερος κλασικός συνθέτης». Κι όμως η συζήτηση θα έπρεπε να είναι για την αξία του Bizet κι όχι για την αξιολόγηση του σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον. Παρενθετικά να δηλώσω ότι, αναγνωρίζω μεν τη μεγαλοφυΐα του Mozart, αλλά προτιμώ την γήινη παθιασμένη αμεσότητα και τον αγνό φολκλορικό λυρισμό του Γάλλου από τις δαιδαλώδεις βαρυφορτωμένες φιοριτούρες και την επιδειξιομανή περικοκλάδα συνθετικών virtuosité του Αυστριακού.

Για να επανέλθω στο θέμα μου, είχα μια παρόμοια εμπειρία όταν δήλωσα σε έναν φίλο ότι ο αγαπημένος μου Έλληνας σκηνοθέτης είναι ο Κώστας Γαβράς, Η απάντηση που έλαβα; «Ο καλύτερος αντικειμενικά είναι ο Αγγελόπουλος». Άλλ' αντ' άλλα, κουτρουβάλα, της Παρασκευής το γάλα. Γιατί πρέπει να βάλουμε τους σκηνοθέτες σε «αντικειμενική» αξιολογική σειρά και δεν αρκεί η υποκειμενική γνώμη καθενός; Και ποιος άραγε θα καθορίσει την «αντικειμενική» σειρά και με ποια κριτήρια; Οι επαΐοντες του κλάδου ή το κοινό; Με βάση τεχνικά κριτήρια, με βάση την αριθμητική των βραβείων ή με όρους μαζικής αποδοχής, καλλιτεχνικής επιρροής κ.ά.;

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος τις συγκρίσεις, ας μιλήσουμε για τον Κώστα Γαβρά. Ένας προικισμένος δημιουργός, ένας μεγάλος κινηματογραφιστής. Αν είσαι οπαδός των βραβείων: Για το Ζ (1969) βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Για το Section spéciale (1974) βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών. Για το Missing (1982) Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών και Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου. Για το Music Box (1989) Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Ακόμη σημαντικότερο: Ο Γαβράς, αντιμετωπίζοντας την τέχνη του ως καθαρόαιμο φορέα των ιδεών του, δημιούργησε σχολή σ' αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν political thriller, σ' αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν cinéma populaire de gauche.

Το έργο του Γαβρά (όσο έχω δει - μου λείπουν 2-3 ταινίες) χωρίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Πρώτη περίοδος – «Γαλλική» (1969-1975)

Ζ (1969): Το χρονικό της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη και της συνακόλουθης έρευνας του τότε ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού. Αριστούργημα. Σασπένς, δράση, συναίσθημα, αλήθειες που πονάνε. Ρυθμός που τσακίζει, ανεπανάληπτες σεκάνς, βιτριολικό χιούμορ. Η μισή ταινία είναι στις λεπτομέρειες, που λειτουργούν ως τραγικές ή κωμικές πινελιές σ' έναν αριστοτεχνικό πίνακα (βέβαια για να λειτουργήσουν χρειάζεται να γνωρίζει ο θεατής ότι η ταινία γυρίστηκε επί δικτατορίας καθώς και τι σήμαινε η δικτατορία για την Ελλάδα πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά κλπ). Στο καφενείο ο ένας εκ των παρακρατικών δολοφόνων λέει σ' έναν γνωστό του τον καημό του για την πρόθεσή του να σκοτώσει τον Λαμπράκη. Το ραδιόφωνο του καφενείου παίζει το γνωστό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη «Το παλικάρι έχει καημό» ερμηνευμένο από τη Μαρία Φαραντούρη. Σε άλλο σημείο, μια φωτογραφία του Θεοδωράκη να διευθύνει ορχήστρα παρεμβάλλεται σε (φαινομενικά) άσχετη στιγμή. Ή αλλού, την ώρα που ο Λαμπράκης ετοιμάζεται πριν βγει να μιλήσει στην εκδήλωση (χωρίς να ξέρει ότι θα είναι η τελευταία της ζωής του), στο δωμάτιο όπου βρίσκεται μόνος του δεσπόζει μια τεράστια φωτογραφία του Νίκου Μπελογιάννη. Ή αλλού, το ομοφυλοφιλικό παιχνίδι μεταξύ του έτερου παρακρατικού δολοφόνου και ενός δημοσιογράφου. Επίσης, η κραυγή του αρχηγού της αστυνομίας «ο Dreyfus δεν ήταν αθώος!!». Και πολλά άλλα. «Ζει»!!!

L'aveu - Η ομολογία (1970): Η ιστορία ενός στελέχους του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας που κατηγορείται ότι είχε υιοθετήσει τη γραμμή Τίτο (βασισμένη στα πραγματικά περιστατικά της ζωής του Τσεχοσλοβάκου κομμουνιστή Artur London). Σε μια φιλοσοφική παραβολή που θυμίζει το Le Zéro et l'Infini Darkness at Noon) του Arthur Koestler, ο Γαβράς στήνει ένα έξοχο σχόλιο για τα εκφυλισμένα καθεστώτα του ψευδεπίγραφου «υπαρκτού σοσιαλισμού» που δυσφήμησαν τις ευγενείς κομμουνιστικές ιδέες σε Ανατολή και Δύση. Ο ήρωας «ομολογεί» τα εγκλήματα του κατά του Λαού και του Κόμματος (στο γνωστό σταλινικό μοτίβο των δικών-παρωδία) αφού έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου και βασανιστήρια. Η σκηνή με τα γέλια στο δικαστήριο είναι μνημειώδης και θυμίζει το γνωστό «δεν υπάρχει κηδεία χωρίς γέλιο». Ταυτόχρονα αναδεικνύει το γεγονός ότι οι δίκες αυτές ήταν παρωδία για όλους τους συμμετέχοντες: κατηγορούμενους, κατήγορους και κοινό. Οι μόνοι που δεν γελούν είναι οι βαθιά φανατισμένοι ή οι βλάκες. Η μετά από χρόνια συνάντηση του (ελεύθερου πια) ήρωα με τον βασανιστή του είναι απλά συγκλονιστική. Οι σιωπές της ταινίας είναι εκκωφαντικές.

État de Siège - Κατάσταση Πολιορκίας (1972): Βασισμένη στην αληθινή ιστορία της απαγωγής και δολοφονίας του Dan Mitrione, η ταινία αφηγείται το χρονικό της απαγωγής και δολοφονίας ενός Αμερικανού από τους αντάρτες Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη του 1970. Ο Αμερικανός είναι απεσταλμένος της CIA στην Ουρουγουάη, όπου εκπαιδεύει την τοπική αστυνομία σε μεθόδους βασανιστηρίων εις βάρος των αντιφρονούντων. Σχολιάζοντας την αμερικανική πολιτική στην Λατινική Αμερική και υιοθετώντας μια ανεπαίσθητη συμπάθεια προς τους Τουπαμάρος, ο Γαβράς δεν αποφεύγει τα δύσκολα ερωτήματα; Είναι η βία αποδεκτή πολιτική πρακτική και πότε; Υπάρχει επαναστατική βία; Υπάρχει βία αυτοάμυνας και είναι αποδεκτή; Ζητήματα που για την Αριστερά δεν έχουν κλείσει ακόμη. Είναι σημαντικό, βέβαια, για τον θεατή να διαχωρίσει μεταξύ βίας κινημάτων (Τουπαμάρος, Σαντινίστας, Ζαπατίστας) και βίας τρομοκρατικών οργανώσεων (Ερυθρές Ταξιαρχίες, RAF, 17 Νοέμβρη). Ο Γαβράς πάντως με ιδιοφυείς σκηνοθετικές εμπνεύσεις στήνει ένα πολιτικό θρίλερ που καθηλώνει. Το χιούμορ του είναι πάντα δυναμικά παρόν και οι σκηνές ανθολογίας πλούσιες: Η σκηνή όπου οι κυρίες - σύζυγοι των Αμερικανών απεσταλμένων στην Ουρουγουάη ενημερώνονται για το πού πάνε, τι θα βρουν εκεί, και πώς πρέπει να φέρονται. Οι σκηνές της κλοπής των αυτοκινήτων που θα χρησιμοποιηθούν στην απαγωγή - ιδίως αυτή με την πλούσια κυρία στην παραγκούπολη και αυτή με τον ταξιτζή. Η ξεκαρδιστική σκηνή με τους αστυνομικούς που "κυνηγάνε" μέσα στο campus του πανεπιστημίου τα μεγάφωνα που μεταδίδουν το τραγούδι Hasta Siempre (Commandante Che Guevara) - μόλις σπάνε ένα αρχίζει να μεταδίδει τη μουσική ένα άλλο. Η σκηνή στο λεωφορείο όπου ένα-ένα τα μέλη των Τουπαμάρος επιβιβάζονται, λένε στον αρχηγό τη γνώμη τους (εάν είναι υπέρ ή κατά της εκτέλεσης) και αποβιβάζονται, για να ανέβει άλλο μέλος στην επόμενη στάση. Συνολικά: Αριστούργημα!

Section spéciale - Ειδικό δικαστήριο (1974): Στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Γαλλία ένας αξιωματικός του χιτλερικού ναυτικού σκοτώνεται στο Παρίσι από αριστερούς αντιστασιακούς. Η προδοτική κυβέρνηση του Vichy (τύπου Τσολάκογλου) θέλει να κατευνάσει τους Γερμανούς και αποφασίζει να εκδώσει έναν νόμο με αναδρομική ισχύ (αφού στο ποινικό δίκαιο ο δράστης τιμωρείται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης), σύμφωνα με τον οποίο συστήνεται Ειδικό Δικαστήριο για να δικάσει τους αυτουργούς του εγκλήματος εκδίδοντας αμετάκλητη απόφαση. Εννοείται ότι οι (έξι τελικά) κατηγορούμενοι είναι από τις τάξεις των χειρότερων εχθρών των Γερμανών: κομμουνιστές και Εβραίοι. Σ' αυτήν την εκπληκτική δημιουργία (βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα), ο Γαβράς ασχολείται και πάλι με το αγαπημένο του θέμα: τη σχέση πολιτικής και δικαιοσύνης (βλ. Ζ, L'aveu). Πρόκειται για σημαντική ταινία φιλοσοφίας του δικαίου (που θα έλεγε κι ο φίλος Βασίλης) με σαφή αναφορά στο γεγονός ότι οι νόμοι δεν είναι ηθικά ούτε πολιτικά ουδέτεροι αλλά εξυπηρετούν την καθεστηκυία τάξη. Ταυτόχρονα σχολιάζεται η ύπαρξη και λειτουργία κυβερνήσεων-δοσίλογων, η λατρεία των ηγετών (ο αποθεωμένος στρατάρχης Pétain δεν εμφανίζεται ποτέ - ακούμε τη φωνή του, βλέπουμε τα χέρια του με τα ωραία μανικετόκουμπα αλλά ποτέ τον ίδιο), η διάθεση των δικαστών να ευθυγραμμίζονται με τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου